έχω conjugation in Greek

"έχω" is a common greek verb meaning "to have". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
έχω

to have

Ενεστώτας

εγώεγώ έχω
εσύεσύ έχεις
αυτός/αυτήαυτός έχει
εμείςεμείς έχουμε
εσείςεσείς έχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί έχουν

Παρατατικός

εγώεγώ είχα
εσύεσύ είχες
αυτός/αυτήαυτός είχε
εμείςεμείς είχαμε
εσείςεσείς είχατε
αυτοί/αυτέςαυτοί είχαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα έχω
εσύεσύ θα έχεις
αυτός/αυτήαυτός θα έχει
εμείςεμείς θα έχουμε
εσείςεσείς θα έχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα έχουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να έχω
εσύεσύ να έχεις
αυτός/αυτήαυτός να έχει
εμείςεμείς να έχουμε
εσείςεσείς να έχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να έχουν

Usages & examples

έχω + αντικείμενοΈχω δύο αδέλφια.I have two siblings.
έχω να + ρήμαΣήμερα έχω να τελειώσω μια δουλειά.Today I have to finish some work.
έχω + μετοχή (παρακείμενος)Έχω ήδη φάει, ευχαριστώ.I have already eaten, thanks.
δεν έχω ιδέαΔεν έχω ιδέα τι ώρα είναι.I have no idea what time it is.