ανακατεύω conjugation in Greek

"ανακατεύω" is a common greek verb meaning "stir / mix". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
ανακατεύω

stir / mix

Ενεστώτας

εγώεγώ ανακατεύω
εσύεσύ ανακατεύεις
αυτός/αυτήαυτός ανακατεύει
εμείςεμείς ανακατεύουμε
εσείςεσείς ανακατεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανακατεύουν

Παρατατικός

εγώεγώ ανακάτευα
εσύεσύ ανακάτευες
αυτός/αυτήαυτός ανακάτευε
εμείςεμείς ανακατεύαμε
εσείςεσείς ανακατεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανακάτευαν

Αόριστος

εγώεγώ ανακάτεψα
εσύεσύ ανακάτεψες
αυτός/αυτήαυτός ανακάτεψε
εμείςεμείς ανακατέψαμε
εσείςεσείς ανακατέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανακάτεψαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα ανακατεύω
εσύεσύ θα ανακατεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανακατεύει
εμείςεμείς θα ανακατεύουμε
εσείςεσείς θα ανακατεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανακατεύουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα ανακατέψω
εσύεσύ θα ανακατέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανακατέψει
εμείςεμείς θα ανακατέψουμε
εσείςεσείς θα ανακατέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανακατέψουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να ανακατεύω
εσύεσύ να ανακατεύεις
αυτός/αυτήαυτός να ανακατεύει
εμείςεμείς να ανακατεύουμε
εσείςεσείς να ανακατεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανακατεύουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να ανακατέψω
εσύεσύ να ανακατέψεις
αυτός/αυτήαυτός να ανακατέψει
εμείςεμείς να ανακατέψουμε
εσείςεσείς να ανακατέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανακατέψουν

Usages & examples

ανακατεύω υλικάΣτην αρχή ανακατεύω τη ζάχαρη με τα αυγά μέχρι να λιώσει.First I mix the sugar with the eggs until it dissolves.
μην με ανακατεύειςΆσε το μεταξύ σας· μην με ανακατεύεις.Sort it out between you two; don't drag me into it.
ανακατεύω τα χαρτιά/αντικείμεναΟ μικρός ανακάτεψε όλα τα συρτάρια και ψάχνω τα κλειδιά.The kid mixed up all the drawers and I'm looking for the keys.