αργώ conjugation in Greek

"αργώ" is a common greek verb meaning "be late". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αργώ

be late

Ενεστώτας

εγώεγώ αργώ
εσύεσύ αργείς
αυτός/αυτήαυτός αργεί
εμείςεμείς αργούμε
εσείςεσείς αργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί αργούν

Παρατατικός

εγώεγώ αργούσα
εσύεσύ αργούσες
αυτός/αυτήαυτός αργούσε
εμείςεμείς αργούσαμε
εσείςεσείς αργούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αργούσαν

Αόριστος

εγώεγώ άργησα
εσύεσύ άργησες
αυτός/αυτήαυτός άργησε
εμείςεμείς αργήσαμε
εσείςεσείς αργήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άργησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αργώ
εσύεσύ θα αργείς
αυτός/αυτήαυτός θα αργεί
εμείςεμείς θα αργούμε
εσείςεσείς θα αργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αργούν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αργήσω
εσύεσύ θα αργήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αργήσει
εμείςεμείς θα αργήσουμε
εσείςεσείς θα αργήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αργήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αργώ
εσύεσύ να αργείς
αυτός/αυτήαυτός να αργεί
εμείςεμείς να αργούμε
εσείςεσείς να αργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αργούν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αργήσω
εσύεσύ να αργήσεις
αυτός/αυτήαυτός να αργήσει
εμείςεμείς να αργήσουμε
εσείςεσείς να αργήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αργήσουν

Usages & examples

θα αργήσω + σε/στηνΘα αργήσω στη δουλειά, κόλλησα στην κίνηση.I'll be late to work, I got stuck in traffic.
αργώ να + ρήμαΑργεί να φορτώσει το βίντεο.The video is taking a long time to load.
το/η/ο + subject + αργείΤο λεωφορείο αργεί σήμερα.The bus is late today.
μην αργείς!Έλα, μην αργείς, σε περιμένουμε.Come on, don't be late, we're waiting for you.