αφαιρώ conjugation in Greek

"αφαιρώ" is a common greek verb meaning "to remove". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αφαιρώ

to remove

Ενεστώτας

εγώεγώ αφαιρώ
εσύεσύ αφαιρείς
αυτός/αυτήαυτός αφαιρεί
εμείςεμείς αφαιρούμε
εσείςεσείς αφαιρείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί αφαιρούν

Παρατατικός

εγώεγώ αφαιρούσα
εσύεσύ αφαιρούσες
αυτός/αυτήαυτός αφαιρούσε
εμείςεμείς αφαιρούσαμε
εσείςεσείς αφαιρούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αφαιρούσαν

Αόριστος

εγώεγώ αφαίρεσα
εσύεσύ αφαίρεσες
αυτός/αυτήαυτός αφαίρεσε
εμείςεμείς αφαιρέσαμε
εσείςεσείς αφαιρέσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αφαίρεσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αφαιρώ
εσύεσύ θα αφαιρείς
αυτός/αυτήαυτός θα αφαιρεί
εμείςεμείς θα αφαιρούμε
εσείςεσείς θα αφαιρείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αφαιρούν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αφαιρέσω
εσύεσύ θα αφαιρέσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αφαιρέσει
εμείςεμείς θα αφαιρέσουμε
εσείςεσείς θα αφαιρέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αφαιρέσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αφαιρώ
εσύεσύ να αφαιρείς
αυτός/αυτήαυτός να αφαιρεί
εμείςεμείς να αφαιρούμε
εσείςεσείς να αφαιρείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αφαιρούν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αφαιρέσω
εσύεσύ να αφαιρέσεις
αυτός/αυτήαυτός να αφαιρέσει
εμείςεμείς να αφαιρέσουμε
εσείςεσείς να αφαιρέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αφαιρέσουν

Usages & examples

αφαιρώ Χ από ΥΑφαίρεσε δύο από δέκα και βρες το αποτέλεσμα.Subtract two from ten and find the result.
αφαιρώ κάτιΧρησιμοποίησα σαπούνι και αφαίρεσα τον λεκέ.I used soap and removed the stain.
αφαιρώ φόρους/έξοδαΟ λογιστής αφαίρεσε τους φόρους από το ποσό.The accountant deducted the taxes from the amount.
αφαιρώ άδεια/δικαίωμα από κάποιονΤου αφαίρεσαν το δίπλωμα για υπερβολική ταχύτητα.They took away his license for speeding.