βλέπω conjugation in Greek
"βλέπω" is a common greek verb meaning "to see". Below are its conjugations across major tenses.
βλέπω
to see
Ενεστώτας
εγώεγώ βλέπω
εσύεσύ βλέπεις
αυτός/αυτήαυτός βλέπει
εμείςεμείς βλέπουμε
εσείςεσείς βλέπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί βλέπουν
Παρατατικός
εγώεγώ έβλεπα
εσύεσύ έβλεπες
αυτός/αυτήαυτός έβλεπε
εμείςεμείς βλέπαμε
εσείςεσείς βλέπατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβλεπαν
Αόριστος
εγώεγώ είδα
εσύεσύ είδες
αυτός/αυτήαυτός είδε
εμείςεμείς είδαμε
εσείςεσείς είδατε
αυτοί/αυτέςαυτοί είδαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα βλέπω
εσύεσύ θα βλέπεις
αυτός/αυτήαυτός θα βλέπει
εμείςεμείς θα βλέπουμε
εσείςεσείς θα βλέπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βλέπουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα δω
εσύεσύ θα δεις
αυτός/αυτήαυτός θα δει
εμείςεμείς θα δούμε
εσείςεσείς θα δείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να βλέπω
εσύεσύ να βλέπεις
αυτός/αυτήαυτός να βλέπει
εμείςεμείς να βλέπουμε
εσείςεσείς να βλέπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βλέπουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να δω
εσύεσύ να δεις
αυτός/αυτήαυτός να δει
εμείςεμείς να δούμε
εσείςεσείς να δείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δουν
Usages & examples
βλέπω κάτι/κάποιονΒλέπω το λεωφορείο να έρχεται.I see the bus coming.
βλέπω τηλεόραση/ταινίαΤα βράδια βλέπω σειρές στο Netflix.At night I watch shows on Netflix.
θα σε δω (συναντώ)Θα σε δω μετά τη δουλειά για καφέ.I'll see you after work for coffee.
βλέπω ότι + πρότασηΒλέπω ότι έχεις άγχος.I see that you're stressed.