βρέχω conjugation in Greek
"βρέχω" is a common greek verb meaning "wet / rain". Below are its conjugations across major tenses.
βρέχω
wet / rain
Ενεστώτας
εγώεγώ βρέχω
εσύεσύ βρέχεις
αυτός/αυτήαυτός βρέχει
εμείςεμείς βρέχουμε
εσείςεσείς βρέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί βρέχουν
Παρατατικός
εγώεγώ έβρεχα
εσύεσύ έβρεχες
αυτός/αυτήαυτός έβρεχε
εμείςεμείς βρέχαμε
εσείςεσείς βρέχατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβρεχαν
Αόριστος
εγώεγώ έβρεξα
εσύεσύ έβρεξες
αυτός/αυτήαυτός έβρεξε
εμείςεμείς βρέξαμε
εσείςεσείς βρέξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβρεξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα βρέχω
εσύεσύ θα βρέχεις
αυτός/αυτήαυτός θα βρέχει
εμείςεμείς θα βρέχουμε
εσείςεσείς θα βρέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βρέχουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα βρέξω
εσύεσύ θα βρέξεις
αυτός/αυτήαυτός θα βρέξει
εμείςεμείς θα βρέξουμε
εσείςεσείς θα βρέξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βρέξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να βρέχω
εσύεσύ να βρέχεις
αυτός/αυτήαυτός να βρέχει
εμείςεμείς να βρέχουμε
εσείςεσείς να βρέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βρέχουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να βρέξω
εσύεσύ να βρέξεις
αυτός/αυτήαυτός να βρέξει
εμείςεμείς να βρέξουμε
εσείςεσείς να βρέξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βρέξουν
Usages & examples
βρέχει (απρόσωπο)Σήμερα βρέχει συνέχεια.It’s raining non-stop today.
βρέχω + αντικείμενοΜην βρέχεις το χαρτί.Don’t get the paper wet.
βρέχω το φαγητό σε υγρόΒρέχει το μπισκότο του στον καφέ.He dips his biscuit in the coffee.
βρέχω τα φυτάΘα βρέξω τις ντομάτες πριν φύγω.I’ll water the tomatoes before I leave.