γδύνω conjugation in Greek
"γδύνω" is a common greek verb meaning "undress". Below are its conjugations across major tenses.
γδύνω
undress
Ενεστώτας
εγώεγώ γδύνω
εσύεσύ γδύνεις
αυτός/αυτήαυτός γδύνει
εμείςεμείς γδύνουμε
εσείςεσείς γδύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί γδύνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έγδυνα
εσύεσύ έγδυνες
αυτός/αυτήαυτός έγδυνε
εμείςεμείς γδύναμε
εσείςεσείς γδύνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έγδυναν
Αόριστος
εγώεγώ έγδυσα
εσύεσύ έγδυσες
αυτός/αυτήαυτός έγδυσε
εμείςεμείς γδύσαμε
εσείςεσείς γδύσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έγδυσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γδύνω
εσύεσύ θα γδύνεις
αυτός/αυτήαυτός θα γδύνει
εμείςεμείς θα γδύνουμε
εσείςεσείς θα γδύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γδύνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γδύσω
εσύεσύ θα γδύσεις
αυτός/αυτήαυτός θα γδύσει
εμείςεμείς θα γδύσουμε
εσείςεσείς θα γδύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γδύσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γδύνω
εσύεσύ να γδύνεις
αυτός/αυτήαυτός να γδύνει
εμείςεμείς να γδύνουμε
εσείςεσείς να γδύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γδύνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γδύσω
εσύεσύ να γδύσεις
αυτός/αυτήαυτός να γδύσει
εμείςεμείς να γδύσουμε
εσείςεσείς να γδύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γδύσουν
Usages & examples
γδύνω κάποιονΗ μαμά γδύνει το μωρό για να το κάνει μπάνιο.Mom undresses the baby to bathe it.
γδύνομαιΠερίμενε λίγο να γδυθώ και έρχομαι.Wait a bit for me to get undressed and I’ll come.
γδύνω φρούτο/λαχανικόΓδύνω τις πατάτες πριν τις βράσω.I peel the potatoes before boiling them.
με γδύνουν (εικ.)Στο συνεργείο με γδύσανε, έδωσα διακόσια ευρώ.They fleeced me at the garage—I paid two hundred euros.