γλιστράω conjugation in Greek
"γλιστράω" is a common greek verb meaning "to slip". Below are its conjugations across major tenses.
γλιστράω
to slip
Ενεστώτας
εγώεγώ γλιστράω
εσύεσύ γλιστράς
αυτός/αυτήαυτός γλιστράει
εμείςεμείς γλιστράμε
εσείςεσείς γλιστράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί γλιστράνε
Παρατατικός
εγώεγώ γλιστρούσα
εσύεσύ γλιστρούσες
αυτός/αυτήαυτός γλιστρούσε
εμείςεμείς γλιστρούσαμε
εσείςεσείς γλιστρούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γλιστρούσαν
Αόριστος
εγώεγώ γλίστρησα
εσύεσύ γλίστρησες
αυτός/αυτήαυτός γλίστρησε
εμείςεμείς γλιστρήσαμε
εσείςεσείς γλιστρήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γλίστρησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γλιστράω
εσύεσύ θα γλιστράς
αυτός/αυτήαυτός θα γλιστράει
εμείςεμείς θα γλιστράμε
εσείςεσείς θα γλιστράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γλιστράνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γλιστρήσω
εσύεσύ θα γλιστρήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα γλιστρήσει
εμείςεμείς θα γλιστρήσουμε
εσείςεσείς θα γλιστρήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γλιστρήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γλιστράω
εσύεσύ να γλιστράς
αυτός/αυτήαυτός να γλιστράει
εμείςεμείς να γλιστράμε
εσείςεσείς να γλιστράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γλιστράνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γλιστρήσω
εσύεσύ να γλιστρήσεις
αυτός/αυτήαυτός να γλιστρήσει
εμείςεμείς να γλιστρήσουμε
εσείςεσείς να γλιστρήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γλιστρήσουν
Usages & examples
γλιστράω πάνω σε κάτιΓλίστρησα πάνω σε μια μπανάνα και έπεσα.I slipped on a banana peel and fell.
γλιστράει από το χέριΤο ποτήρι γλίστρησε από το χέρι μου και έσπασε.The glass slipped from my hand and broke.
γλιστράω (ομαλά)Το σκάφος γλιστράει ήσυχα στο νερό.The boat glides quietly on the water.
ο χρόνος γλιστράειΜιλάμε τόση ώρα· ο χρόνος γλιστράει χωρίς να το καταλάβουμε.We've been talking for so long; time slips away without us noticing.