δίνω conjugation in Greek
"δίνω" is a common greek verb meaning "to give". Below are its conjugations across major tenses.
δίνω
to give
Ενεστώτας
εγώεγώ δίνω
εσύεσύ δίνεις
αυτός/αυτήαυτός δίνει
εμείςεμείς δίνουμε
εσείςεσείς δίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί δίνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έδινα
εσύεσύ έδινες
αυτός/αυτήαυτός έδινε
εμείςεμείς δίναμε
εσείςεσείς δίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έδιναν
Αόριστος
εγώεγώ έδωσα
εσύεσύ έδωσες
αυτός/αυτήαυτός έδωσε
εμείςεμείς δώσαμε
εσείςεσείς δώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έδωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα δίνω
εσύεσύ θα δίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα δίνει
εμείςεμείς θα δίνουμε
εσείςεσείς θα δίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δίνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα δώσω
εσύεσύ θα δώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα δώσει
εμείςεμείς θα δώσουμε
εσείςεσείς θα δώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να δίνω
εσύεσύ να δίνεις
αυτός/αυτήαυτός να δίνει
εμείςεμείς να δίνουμε
εσείςεσείς να δίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δίνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να δώσω
εσύεσύ να δώσεις
αυτός/αυτήαυτός να δώσει
εμείςεμείς να δώσουμε
εσείςεσείς να δώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δώσουν
Usages & examples
δίνω κάτι σε κπ.Δίνω το βιβλίο στη Μαρία.I give the book to Maria.
δίνω εξετάσειςΑύριο δίνω εξετάσεις στα μαθηματικά.Tomorrow I'm taking a math exam.
δίνω ραντεβούΔώσαμε ραντεβού στις οκτώ στην πλατεία.We arranged to meet at eight in the square.
δίνω σημασίαΜην του δίνεις σημασία, υπερβάλλει.Don't pay attention to him, he's exaggerating.