βγαίνω conjugation in Greek
"βγαίνω" is a common greek verb meaning "to go out; to come out". Below are its conjugations across major tenses.
βγαίνω
to go out; to come out
Ενεστώτας
εγώεγώ βγαίνω
εσύεσύ βγαίνεις
αυτός/αυτήαυτός βγαίνει
εμείςεμείς βγαίνουμε
εσείςεσείς βγαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί βγαίνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έβγαινα
εσύεσύ έβγαινες
αυτός/αυτήαυτός έβγαινε
εμείςεμείς βγαίναμε
εσείςεσείς βγαίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβγαιναν
Αόριστος
εγώεγώ βγήκα
εσύεσύ βγήκες
αυτός/αυτήαυτός βγήκε
εμείςεμείς βγήκαμε
εσείςεσείς βγήκατε
αυτοί/αυτέςαυτοί βγήκαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα βγαίνω
εσύεσύ θα βγαίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα βγαίνει
εμείςεμείς θα βγαίνουμε
εσείςεσείς θα βγαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βγαίνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα βγω
εσύεσύ θα βγεις
αυτός/αυτήαυτός θα βγει
εμείςεμείς θα βγούμε
εσείςεσείς θα βγείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βγουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να βγαίνω
εσύεσύ να βγαίνεις
αυτός/αυτήαυτός να βγαίνει
εμείςεμείς να βγαίνουμε
εσείςεσείς να βγαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βγαίνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να βγω
εσύεσύ να βγεις
αυτός/αυτήαυτός να βγει
εμείςεμείς να βγούμε
εσείςεσείς να βγείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βγουν
Usages & examples
βγαίνω έξωΚάθε Σάββατο βγαίνω έξω για ποτό.Every Saturday I go out for a drink.
βγαίνω με κάποιονΟ Γιάννης βγαίνει με τη Λένα τελευταία.Yiannis has been going out with Lena lately.
μου βγαίνειΤο σχέδιο δεν μου βγήκε όπως το φανταζόμουν.The plan didn't work out the way I imagined.
βγαίνει (κυκλοφορεί)Το νέο άλμπουμ βγαίνει τον Μάρτιο.The new album comes out in March.