καταλαβαίνω conjugation in Greek

"καταλαβαίνω" is a common greek verb meaning "to understand". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
καταλαβαίνω

to understand

Ενεστώτας

εγώεγώ καταλαβαίνω
εσύεσύ καταλαβαίνεις
αυτός/αυτήαυτός καταλαβαίνει
εμείςεμείς καταλαβαίνουμε
εσείςεσείς καταλαβαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί καταλαβαίνουν

Παρατατικός

εγώεγώ καταλάβαινα
εσύεσύ καταλάβαινες
αυτός/αυτήαυτός καταλάβαινε
εμείςεμείς καταλαβαίναμε
εσείςεσείς καταλαβαίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί καταλάβαιναν

Αόριστος

εγώεγώ κατάλαβα
εσύεσύ κατάλαβες
αυτός/αυτήαυτός κατάλαβε
εμείςεμείς καταλάβαμε
εσείςεσείς καταλάβατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κατάλαβαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα καταλαβαίνω
εσύεσύ θα καταλαβαίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα καταλαβαίνει
εμείςεμείς θα καταλαβαίνουμε
εσείςεσείς θα καταλαβαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καταλαβαίνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα καταλάβω
εσύεσύ θα καταλάβεις
αυτός/αυτήαυτός θα καταλάβει
εμείςεμείς θα καταλάβουμε
εσείςεσείς θα καταλάβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καταλάβουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να καταλαβαίνω
εσύεσύ να καταλαβαίνεις
αυτός/αυτήαυτός να καταλαβαίνει
εμείςεμείς να καταλαβαίνουμε
εσείςεσείς να καταλαβαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καταλαβαίνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να καταλάβω
εσύεσύ να καταλάβεις
αυτός/αυτήαυτός να καταλάβει
εμείςεμείς να καταλάβουμε
εσείςεσείς να καταλάβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καταλάβουν

Usages & examples

καταλαβαίνω κάτιΔεν καταλαβαίνω το αστείο.I don’t understand the joke.
καταλαβαίνω ότι + πρότασηΚαταλαβαίνω ότι χρειάζεσαι χρόνο.I understand that you need time.
σε/τον/την καταλαβαίνωΣε καταλαβαίνω, πέρασα το ίδιο πέρυσι.I understand you; I went through the same thing last year.
το κατάλαβα!Το κατάλαβα, πάμε από εδώ.Got it, we go this way.