δημιουργώ conjugation in Greek

"δημιουργώ" is a common greek verb meaning "to create". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
δημιουργώ

to create

Ενεστώτας

εγώεγώ δημιουργώ
εσύεσύ δημιουργείς
αυτός/αυτήαυτός δημιουργεί
εμείςεμείς δημιουργούμε
εσείςεσείς δημιουργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί δημιουργούν

Παρατατικός

εγώεγώ δημιουργούσα
εσύεσύ δημιουργούσες
αυτός/αυτήαυτός δημιουργούσε
εμείςεμείς δημιουργούσαμε
εσείςεσείς δημιουργούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δημιουργούσαν

Αόριστος

εγώεγώ δημιούργησα
εσύεσύ δημιούργησες
αυτός/αυτήαυτός δημιούργησε
εμείςεμείς δημιουργήσαμε
εσείςεσείς δημιουργήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δημιούργησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα δημιουργώ
εσύεσύ θα δημιουργείς
αυτός/αυτήαυτός θα δημιουργεί
εμείςεμείς θα δημιουργούμε
εσείςεσείς θα δημιουργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δημιουργούν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα δημιουργήσω
εσύεσύ θα δημιουργήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα δημιουργήσει
εμείςεμείς θα δημιουργήσουμε
εσείςεσείς θα δημιουργήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δημιουργήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να δημιουργώ
εσύεσύ να δημιουργείς
αυτός/αυτήαυτός να δημιουργεί
εμείςεμείς να δημιουργούμε
εσείςεσείς να δημιουργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δημιουργούν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να δημιουργήσω
εσύεσύ να δημιουργήσεις
αυτός/αυτήαυτός να δημιουργήσει
εμείςεμείς να δημιουργήσουμε
εσείςεσείς να δημιουργήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δημιουργήσουν

Usages & examples

δημιουργώ κάτιΟ καλλιτέχνης δημιουργεί ένα νέο άλμπουμ κάθε δύο χρόνια.The artist creates a new album every two years.
δημιουργώ πρόβλημαΜην δημιουργείς προβλήματα στη δουλειά χωρίς λόγο.Don't create problems at work for no reason.
δημιουργώ ατμόσφαιραΤα κεριά δημιουργούν ρομαντική ατμόσφαιρα στο δωμάτιο.The candles create a romantic atmosphere in the room.
δημιουργώ οικογένειαΘέλει πρώτα να βρει δουλειά και μετά να δημιουργήσει οικογένεια.She wants to find a job first and then start a family.