διαφωνώ conjugation in Greek
"διαφωνώ" is a common greek verb meaning "to disagree". Below are its conjugations across major tenses.
διαφωνώ
to disagree
Ενεστώτας
εγώεγώ διαφωνώ
εσύεσύ διαφωνείς
αυτός/αυτήαυτός διαφωνεί
εμείςεμείς διαφωνούμε
εσείςεσείς διαφωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί διαφωνούν
Παρατατικός
εγώεγώ διαφωνούσα
εσύεσύ διαφωνούσες
αυτός/αυτήαυτός διαφωνούσε
εμείςεμείς διαφωνούσαμε
εσείςεσείς διαφωνούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διαφωνούσαν
Αόριστος
εγώεγώ διαφώνησα
εσύεσύ διαφώνησες
αυτός/αυτήαυτός διαφώνησε
εμείςεμείς διαφωνήσαμε
εσείςεσείς διαφωνήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διαφώνησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα διαφωνώ
εσύεσύ θα διαφωνείς
αυτός/αυτήαυτός θα διαφωνεί
εμείςεμείς θα διαφωνούμε
εσείςεσείς θα διαφωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διαφωνούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα διαφωνήσω
εσύεσύ θα διαφωνήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα διαφωνήσει
εμείςεμείς θα διαφωνήσουμε
εσείςεσείς θα διαφωνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διαφωνήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να διαφωνώ
εσύεσύ να διαφωνείς
αυτός/αυτήαυτός να διαφωνεί
εμείςεμείς να διαφωνούμε
εσείςεσείς να διαφωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διαφωνούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να διαφωνήσω
εσύεσύ να διαφωνήσεις
αυτός/αυτήαυτός να διαφωνήσει
εμείςεμείς να διαφωνήσουμε
εσείςεσείς να διαφωνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διαφωνήσουν
Usages & examples
διαφωνώ με + αιτιατικήΔιαφωνώ με την απόφασή σου.I disagree with your decision.
διαφωνώ σε + ουσιαστικόΔιαφωνούμε σε λεπτομέρειες, όχι στην ιδέα.We disagree on details, not on the idea.
διαφωνώ ότι + πρότασηΔιαφωνώ ότι αυτό είναι δίκαιο.I disagree that this is fair.
διαφωνώ κάθετα/εντελώςΔιαφωνώ κάθετα με όσα είπες.I totally disagree with what you said.