διευθύνω conjugation in Greek

"διευθύνω" is a common greek verb meaning "manage". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
διευθύνω

manage

Ενεστώτας

εγώεγώ διευθύνω
εσύεσύ διευθύνεις
αυτός/αυτήαυτός διευθύνει
εμείςεμείς διευθύνουμε
εσείςεσείς διευθύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί διευθύνουν

Παρατατικός

εγώεγώ διεύθυνα
εσύεσύ διεύθυνες
αυτός/αυτήαυτός διεύθυνε
εμείςεμείς διευθύναμε
εσείςεσείς διευθύνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διεύθυναν

Αόριστος

εγώεγώ διηύθυνα
εσύεσύ διηύθυνες
αυτός/αυτήαυτός διηύθυνε
εμείςεμείς διηυθύναμε
εσείςεσείς διηυθύνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διηύθυναν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα διευθύνω
εσύεσύ θα διευθύνεις
αυτός/αυτήαυτός θα διευθύνει
εμείςεμείς θα διευθύνουμε
εσείςεσείς θα διευθύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διευθύνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα διευθύνω
εσύεσύ θα διευθύνεις
αυτός/αυτήαυτός θα διευθύνει
εμείςεμείς θα διευθύνουμε
εσείςεσείς θα διευθύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διευθύνουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να διευθύνω
εσύεσύ να διευθύνεις
αυτός/αυτήαυτός να διευθύνει
εμείςεμείς να διευθύνουμε
εσείςεσείς να διευθύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διευθύνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να διευθύνω
εσύεσύ να διευθύνεις
αυτός/αυτήαυτός να διευθύνει
εμείςεμείς να διευθύνουμε
εσείςεσείς να διευθύνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διευθύνουν

Usages & examples

διευθύνω + επιχείρηση/τμήμαΗ Μαρία διευθύνει ένα μικρό καφέ στο κέντρο.Maria runs a small café downtown.
διηύθυνα + έργο (αόριστος)Πέρσι διηύθυνα το έργο για την ανακαίνιση του σχολείου.Last year I led the school renovation project.
διευθύνω ορχήστρα/χορωδίαΟ μαέστρος διευθύνει την ορχήστρα με πάθος.The conductor leads the orchestra with passion.
διευθύνεται από + πρόσωποΗ εταιρεία διευθύνεται από ένα νέο διοικητικό συμβούλιο.The company is run by a new board of directors.