διώχνω conjugation in Greek
"διώχνω" is a common greek verb meaning "send away". Below are its conjugations across major tenses.
διώχνω
send away
Ενεστώτας
εγώεγώ διώχνω
εσύεσύ διώχνεις
αυτός/αυτήαυτός διώχνει
εμείςεμείς διώχνουμε
εσείςεσείς διώχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί διώχνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έδιωχνα
εσύεσύ έδιωχνες
αυτός/αυτήαυτός έδιωχνε
εμείςεμείς διώχναμε
εσείςεσείς διώχνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έδιωχναν
Αόριστος
εγώεγώ έδιωξα
εσύεσύ έδιωξες
αυτός/αυτήαυτός έδιωξε
εμείςεμείς διώξαμε
εσείςεσείς διώξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έδιωξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα διώχνω
εσύεσύ θα διώχνεις
αυτός/αυτήαυτός θα διώχνει
εμείςεμείς θα διώχνουμε
εσείςεσείς θα διώχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διώχνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα διώξω
εσύεσύ θα διώξεις
αυτός/αυτήαυτός θα διώξει
εμείςεμείς θα διώξουμε
εσείςεσείς θα διώξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διώξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να διώχνω
εσύεσύ να διώχνεις
αυτός/αυτήαυτός να διώχνει
εμείςεμείς να διώχνουμε
εσείςεσείς να διώχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διώχνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να διώξω
εσύεσύ να διώξεις
αυτός/αυτήαυτός να διώξει
εμείςεμείς να διώξουμε
εσείςεσείς να διώξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διώξουν
Usages & examples
διώχνω κάποιον (από χώρο)Τον διώχνω από το δωμάτιο γιατί θέλω να διαβάσω.I’m sending him out of the room because I want to study.
διώχνω κάποιον από τη δουλειάΤο αφεντικό διώχνει δύο σερβιτόρες την επόμενη βδομάδα.The boss is firing two waitresses next week.
διώχνω άγχος/φόβοΚάνω γιόγκα για να διώχνω το άγχος.I do yoga to get rid of stress.
διώχνω κουνούπια/μυρωδιέςΑυτό το κερί διώχνει τα κουνούπια από το μπαλκόνι.This candle keeps the mosquitoes away from the balcony.