ερευνώ conjugation in Greek
"ερευνώ" is a common greek verb meaning "research". Below are its conjugations across major tenses.
ερευνώ
research
Ενεστώτας
εγώεγώ ερευνώ
εσύεσύ ερευνάς
αυτός/αυτήαυτός ερευνά
εμείςεμείς ερευνούμε
εσείςεσείς ερευνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί ερευνούν
Παρατατικός
εγώεγώ ερευνούσα
εσύεσύ ερευνούσες
αυτός/αυτήαυτός ερευνούσε
εμείςεμείς ερευνούσαμε
εσείςεσείς ερευνούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ερευνούσαν
Αόριστος
εγώεγώ ερεύνησα
εσύεσύ ερεύνησες
αυτός/αυτήαυτός ερεύνησε
εμείςεμείς ερευνήσαμε
εσείςεσείς ερευνήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ερεύνησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ερευνώ
εσύεσύ θα ερευνάς
αυτός/αυτήαυτός θα ερευνά
εμείςεμείς θα ερευνούμε
εσείςεσείς θα ερευνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ερευνούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ερευνήσω
εσύεσύ θα ερευνήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ερευνήσει
εμείςεμείς θα ερευνήσουμε
εσείςεσείς θα ερευνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ερευνήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ερευνώ
εσύεσύ να ερευνάς
αυτός/αυτήαυτός να ερευνά
εμείςεμείς να ερευνούμε
εσείςεσείς να ερευνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ερευνούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ερευνήσω
εσύεσύ να ερευνήσεις
αυτός/αυτήαυτός να ερευνήσει
εμείςεμείς να ερευνήσουμε
εσείςεσείς να ερευνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ερευνήσουν
Usages & examples
ερευνώ κάτιΗ αστυνομία ερευνά το περιστατικό από χτες.The police have been investigating the incident since yesterday.
ερευνώ αν + πρότασηΟ γιατρός ερευνά αν το σύμπτωμα σχετίζεται με τον ιό.The doctor is checking whether the symptom is related to the virus.
ερευνώ το ενδεχόμενο να + υποτακτικήΗ εταιρία ερευνά το ενδεχόμενο να ανοίξει νέο γραφείο στη Θεσσαλονίκη.The company is exploring the possibility of opening a new office in Thessaloniki.
ερευνώ σε βάθοςΠρέπει να ερευνήσουμε σε βάθος την αγορά πριν επενδύσουμε.We need to look into the market thoroughly before we invest.