καθυστερώ conjugation in Greek
"καθυστερώ" is a common greek verb meaning "to delay; to be late". Below are its conjugations across major tenses.
καθυστερώ
to delay; to be late
Ενεστώτας
εγώεγώ καθυστερώ
εσύεσύ καθυστερείς
αυτός/αυτήαυτός καθυστερεί
εμείςεμείς καθυστερούμε
εσείςεσείς καθυστερείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί καθυστερούν
Παρατατικός
εγώεγώ καθυστερούσα
εσύεσύ καθυστερούσες
αυτός/αυτήαυτός καθυστερούσε
εμείςεμείς καθυστερούσαμε
εσείςεσείς καθυστερούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί καθυστερούσαν
Αόριστος
εγώεγώ καθυστέρησα
εσύεσύ καθυστέρησες
αυτός/αυτήαυτός καθυστέρησε
εμείςεμείς καθυστερήσαμε
εσείςεσείς καθυστερήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί καθυστέρησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα καθυστερώ
εσύεσύ θα καθυστερείς
αυτός/αυτήαυτός θα καθυστερεί
εμείςεμείς θα καθυστερούμε
εσείςεσείς θα καθυστερείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καθυστερούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα καθυστερήσω
εσύεσύ θα καθυστερήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα καθυστερήσει
εμείςεμείς θα καθυστερήσουμε
εσείςεσείς θα καθυστερήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καθυστερήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να καθυστερώ
εσύεσύ να καθυστερείς
αυτός/αυτήαυτός να καθυστερεί
εμείςεμείς να καθυστερούμε
εσείςεσείς να καθυστερείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καθυστερούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να καθυστερήσω
εσύεσύ να καθυστερήσεις
αυτός/αυτήαυτός να καθυστερήσει
εμείςεμείς να καθυστερήσουμε
εσείςεσείς να καθυστερήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καθυστερήσουν
Usages & examples
θα καθυστερήσω + διάρκειαΘα καθυστερήσω δέκα λεπτά, ξεκινήστε χωρίς εμένα.I'll be ten minutes late, start without me.
καθυστερώ να + ρήμαΚαθυστέρησα να πληρώσω τον λογαριασμό και μου έβαλαν πρόστιμο.I delayed paying the bill and they fined me.
καθυστερώ κάτιΗ καταιγίδα καθυστέρησε την πτήση.The storm delayed the flight.
(κάτι) καθυστερείΤο έργο καθυστερεί γιατί δεν υπάρχουν χρήματα.The project is running late because there is no money.