καλλιεργώ conjugation in Greek
"καλλιεργώ" is a common greek verb meaning "cultivate/grow". Below are its conjugations across major tenses.
καλλιεργώ
cultivate/grow
Ενεστώτας
εγώεγώ καλλιεργώ
εσύεσύ καλλιεργείς
αυτός/αυτήαυτός καλλιεργεί
εμείςεμείς καλλιεργούμε
εσείςεσείς καλλιεργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί καλλιεργούν
Παρατατικός
εγώεγώ καλλιεργούσα
εσύεσύ καλλιεργούσες
αυτός/αυτήαυτός καλλιεργούσε
εμείςεμείς καλλιεργούσαμε
εσείςεσείς καλλιεργούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί καλλιεργούσαν
Αόριστος
εγώεγώ καλλιέργησα
εσύεσύ καλλιέργησες
αυτός/αυτήαυτός καλλιέργησε
εμείςεμείς καλλιεργήσαμε
εσείςεσείς καλλιεργήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί καλλιέργησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα καλλιεργώ
εσύεσύ θα καλλιεργείς
αυτός/αυτήαυτός θα καλλιεργεί
εμείςεμείς θα καλλιεργούμε
εσείςεσείς θα καλλιεργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καλλιεργούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα καλλιεργήσω
εσύεσύ θα καλλιεργήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα καλλιεργήσει
εμείςεμείς θα καλλιεργήσουμε
εσείςεσείς θα καλλιεργήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καλλιεργήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να καλλιεργώ
εσύεσύ να καλλιεργείς
αυτός/αυτήαυτός να καλλιεργεί
εμείςεμείς να καλλιεργούμε
εσείςεσείς να καλλιεργείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καλλιεργούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να καλλιεργήσω
εσύεσύ να καλλιεργήσεις
αυτός/αυτήαυτός να καλλιεργήσει
εμείςεμείς να καλλιεργήσουμε
εσείςεσείς να καλλιεργήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καλλιεργήσουν
Usages & examples
καλλιεργώ + φυτά/καλλιέργειαΟ παππούς καλλιεργεί ντομάτες στον κήπο.Grandpa grows tomatoes in the garden.
καλλιεργώ + ικανότητα/ταλέντοΠροσπαθώ να καλλιεργήσω το ταλέντο μου στο σχέδιο.I’m trying to develop my drawing talent.
καλλιεργώ + σχέσειςΘέλω να καλλιεργήσω καλύτερες σχέσεις με τους γείτονες.I want to build better relationships with the neighbours.
καλλιεργώ + συνείδηση/κουλτούραΤο σχολείο καλλιεργεί οικολογική συνείδηση στα παιδιά.The school fosters ecological awareness in children.