κολλάω conjugation in Greek
"κολλάω" is a common greek verb meaning "to stick; to get stuck". Below are its conjugations across major tenses.
κολλάω
to stick; to get stuck
Ενεστώτας
εγώεγώ κολλάω
εσύεσύ κολλάς
αυτός/αυτήαυτός κολλάει
εμείςεμείς κολλάμε
εσείςεσείς κολλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί κολλάνε
Παρατατικός
εγώεγώ κολλούσα
εσύεσύ κολλούσες
αυτός/αυτήαυτός κολλούσε
εμείςεμείς κολλούσαμε
εσείςεσείς κολλούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κολλούσαν
Αόριστος
εγώεγώ κόλλησα
εσύεσύ κόλλησες
αυτός/αυτήαυτός κόλλησε
εμείςεμείς κολλήσαμε
εσείςεσείς κολλήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κόλλησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κολλάω
εσύεσύ θα κολλάς
αυτός/αυτήαυτός θα κολλάει
εμείςεμείς θα κολλάμε
εσείςεσείς θα κολλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κολλάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κολλήσω
εσύεσύ θα κολλήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κολλήσει
εμείςεμείς θα κολλήσουμε
εσείςεσείς θα κολλήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κολλήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κολλάω
εσύεσύ να κολλάς
αυτός/αυτήαυτός να κολλάει
εμείςεμείς να κολλάμε
εσείςεσείς να κολλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κολλάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κολλήσω
εσύεσύ να κολλήσεις
αυτός/αυτήαυτός να κολλήσει
εμείςεμείς να κολλήσουμε
εσείςεσείς να κολλήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κολλήσουν
Usages & examples
κολλάω κάτι στον/στην ...Κόλλησα την αφίσα στον τοίχο με ταινία.I stuck the poster on the wall with tape.
ο/η ... κολλάειΤο λάπτοπ μου κολλάει κάθε φορά που ανοίγω βίντεο.My laptop freezes every time I open a video.
κολλάω γρίπη/ιόΚόλλησα γρίπη από το παιδί μου.I caught the flu from my child.
κολλάω σε/με κάτιΈχει κολλήσει με το καινούριο τραγούδι και το ακούει συνέχεια.She’s obsessed with the new song and keeps listening to it.