κολυμπάω conjugation in Greek
"κολυμπάω" is a common greek verb meaning "to swim". Below are its conjugations across major tenses.
κολυμπάω
to swim
Ενεστώτας
εγώεγώ κολυμπάω
εσύεσύ κολυμπάς
αυτός/αυτήαυτός κολυμπάει
εμείςεμείς κολυμπάμε
εσείςεσείς κολυμπάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί κολυμπάνε
Παρατατικός
εγώεγώ κολυμπούσα
εσύεσύ κολυμπούσες
αυτός/αυτήαυτός κολυμπούσε
εμείςεμείς κολυμπούσαμε
εσείςεσείς κολυμπούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κολυμπούσαν
Αόριστος
εγώεγώ κολύμπησα
εσύεσύ κολύμπησες
αυτός/αυτήαυτός κολύμπησε
εμείςεμείς κολυμπήσαμε
εσείςεσείς κολυμπήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κολύμπησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κολυμπάω
εσύεσύ θα κολυμπάς
αυτός/αυτήαυτός θα κολυμπάει
εμείςεμείς θα κολυμπάμε
εσείςεσείς θα κολυμπάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κολυμπάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κολυμπήσω
εσύεσύ θα κολυμπήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κολυμπήσει
εμείςεμείς θα κολυμπήσουμε
εσείςεσείς θα κολυμπήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κολυμπήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κολυμπάω
εσύεσύ να κολυμπάς
αυτός/αυτήαυτός να κολυμπάει
εμείςεμείς να κολυμπάμε
εσείςεσείς να κολυμπάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κολυμπάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κολυμπήσω
εσύεσύ να κολυμπήσεις
αυτός/αυτήαυτός να κολυμπήσει
εμείςεμείς να κολυμπήσουμε
εσείςεσείς να κολυμπήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κολυμπήσουν
Usages & examples
κολυμπάω σε + μέροςΜου αρέσει να κολυμπάω στη θάλασσα το πρωί.I like to swim in the sea in the morning.
ξέρω να κολυμπάωΟ μικρός έμαθε να κολυμπάει και τώρα ξέρει να κολυμπάει μόνος του.The little one learned to swim and now he knows how to swim by himself.
κολυμπάω στο + ουσ. (μεταφ.)Μετά το μπόνους, κολυμπάει στο χρήμα.After the bonus, he's swimming in money.
κολυμπάω για + διάρκειαΧτες κολυμπούσαμε για μία ώρα χωρίς στάση.Yesterday we were swimming for an hour without a break.