κρατάω conjugation in Greek

"κρατάω" is a common greek verb meaning "to hold; to keep". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
κρατάω

to hold; to keep

Ενεστώτας

εγώεγώ κρατάω
εσύεσύ κρατάς
αυτός/αυτήαυτός κρατάει
εμείςεμείς κρατάμε
εσείςεσείς κρατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί κρατάνε

Παρατατικός

εγώεγώ κρατούσα
εσύεσύ κρατούσες
αυτός/αυτήαυτός κρατούσε
εμείςεμείς κρατούσαμε
εσείςεσείς κρατούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κρατούσαν

Αόριστος

εγώεγώ κράτησα
εσύεσύ κράτησες
αυτός/αυτήαυτός κράτησε
εμείςεμείς κρατήσαμε
εσείςεσείς κρατήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κράτησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα κρατάω
εσύεσύ θα κρατάς
αυτός/αυτήαυτός θα κρατάει
εμείςεμείς θα κρατάμε
εσείςεσείς θα κρατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κρατάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα κρατήσω
εσύεσύ θα κρατήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κρατήσει
εμείςεμείς θα κρατήσουμε
εσείςεσείς θα κρατήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κρατήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να κρατάω
εσύεσύ να κρατάς
αυτός/αυτήαυτός να κρατάει
εμείςεμείς να κρατάμε
εσείςεσείς να κρατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κρατάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να κρατήσω
εσύεσύ να κρατήσεις
αυτός/αυτήαυτός να κρατήσει
εμείςεμείς να κρατήσουμε
εσείςεσείς να κρατήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κρατήσουν

Usages & examples

κρατάω κάτι (στα χέρια)Κρατάω το μωρό στην αγκαλιά μου.I'm holding the baby in my arms.
κρατάω κάτι για κάποιονΚράτα μου μια θέση, έρχομαι σε πέντε λεπτά.Save me a seat; I'm coming in five minutes.
κρατάω X ώρες/μέρεςΗ παράσταση κράτησε δυόμισι ώρες.The show lasted two and a half hours.
κρατάω αποστάσειςΠροσπαθώ να κρατάω αποστάσεις από τις φήμες.I try to keep my distance from the rumors.