κυκλοφορώ conjugation in Greek

"κυκλοφορώ" is a common greek verb meaning "to circulate; to go around". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
κυκλοφορώ

to circulate; to go around

Ενεστώτας

εγώεγώ κυκλοφορώ
εσύεσύ κυκλοφορείς
αυτός/αυτήαυτός κυκλοφορεί
εμείςεμείς κυκλοφορούμε
εσείςεσείς κυκλοφορείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί κυκλοφορούν

Παρατατικός

εγώεγώ κυκλοφορούσα
εσύεσύ κυκλοφορούσες
αυτός/αυτήαυτός κυκλοφορούσε
εμείςεμείς κυκλοφορούσαμε
εσείςεσείς κυκλοφορούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κυκλοφορούσαν

Αόριστος

εγώεγώ κυκλοφόρησα
εσύεσύ κυκλοφόρησες
αυτός/αυτήαυτός κυκλοφόρησε
εμείςεμείς κυκλοφορήσαμε
εσείςεσείς κυκλοφορήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κυκλοφόρησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα κυκλοφορώ
εσύεσύ θα κυκλοφορείς
αυτός/αυτήαυτός θα κυκλοφορεί
εμείςεμείς θα κυκλοφορούμε
εσείςεσείς θα κυκλοφορείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κυκλοφορούν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα κυκλοφορήσω
εσύεσύ θα κυκλοφορήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κυκλοφορήσει
εμείςεμείς θα κυκλοφορήσουμε
εσείςεσείς θα κυκλοφορήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κυκλοφορήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να κυκλοφορώ
εσύεσύ να κυκλοφορείς
αυτός/αυτήαυτός να κυκλοφορεί
εμείςεμείς να κυκλοφορούμε
εσείςεσείς να κυκλοφορείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κυκλοφορούν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να κυκλοφορήσω
εσύεσύ να κυκλοφορήσεις
αυτός/αυτήαυτός να κυκλοφορήσει
εμείςεμείς να κυκλοφορήσουμε
εσείςεσείς να κυκλοφορήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κυκλοφορήσουν

Usages & examples

κυκλοφορώ έξωΜετά τις δέκα δεν κυκλοφορώ έξω.I don’t go out and about after ten.
κυκλοφορούν φήμεςΚυκλοφορούν φήμες ότι θα κλείσει το μαγαζί.Rumours are circulating that the shop will close.
το βιβλίο/άλμπουμ κτλ. κυκλοφορείΤο νέο άλμπουμ του συγκροτήματος κυκλοφορεί την Παρασκευή.The band’s new album comes out on Friday.
κυκλοφορώ με + μέσοΤον χειμώνα κυκλοφορώ με το μετρό για να αποφύγω την κίνηση.In winter I get around by metro to avoid traffic.