λείπω conjugation in Greek
"λείπω" is a common greek verb meaning "to be absent; to be away". Below are its conjugations across major tenses.
λείπω
to be absent; to be away
Ενεστώτας
εγώεγώ λείπω
εσύεσύ λείπεις
αυτός/αυτήαυτός λείπει
εμείςεμείς λείπουμε
εσείςεσείς λείπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί λείπουν
Παρατατικός
εγώεγώ έλειπα
εσύεσύ έλειπες
αυτός/αυτήαυτός έλειπε
εμείςεμείς λείπαμε
εσείςεσείς λείπατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έλειπαν
Αόριστος
εγώεγώ έλειψα
εσύεσύ έλειψες
αυτός/αυτήαυτός έλειψε
εμείςεμείς λείψαμε
εσείςεσείς λείψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έλειψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα λείπω
εσύεσύ θα λείπεις
αυτός/αυτήαυτός θα λείπει
εμείςεμείς θα λείπουμε
εσείςεσείς θα λείπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λείπουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα λείψω
εσύεσύ θα λείψεις
αυτός/αυτήαυτός θα λείψει
εμείςεμείς θα λείψουμε
εσείςεσείς θα λείψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λείψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να λείπω
εσύεσύ να λείπεις
αυτός/αυτήαυτός να λείπει
εμείςεμείς να λείπουμε
εσείςεσείς να λείπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λείπουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να λείψω
εσύεσύ να λείψεις
αυτός/αυτήαυτός να λείψει
εμείςεμείς να λείψουμε
εσείςεσείς να λείψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λείψουν
Usages & examples
λείπω από + μέροςΑύριο λείπω από το γραφείο.Tomorrow I'm away from the office.
μου λείπει / μου λείπειςΜου λείπεις πολύ αυτές τις μέρες.I miss you a lot these days.
λείπει κάτιΛείπει αλάτι στο φαγητό.The food is missing salt.
θα λείψω + χρονικό διάστημαΘα λείψω δύο εβδομάδες για διακοπές.I'll be away for two weeks on vacation.