λερώνω conjugation in Greek

"λερώνω" is a common greek verb meaning "to dirty; to stain". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
λερώνω

to dirty; to stain

Ενεστώτας

εγώεγώ λερώνω
εσύεσύ λερώνεις
αυτός/αυτήαυτός λερώνει
εμείςεμείς λερώνουμε
εσείςεσείς λερώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί λερώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ λέρωνα
εσύεσύ λέρωνες
αυτός/αυτήαυτός λέρωνε
εμείςεμείς λερώναμε
εσείςεσείς λερώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί λέρωναν

Αόριστος

εγώεγώ λέρωσα
εσύεσύ λέρωσες
αυτός/αυτήαυτός λέρωσε
εμείςεμείς λερώσαμε
εσείςεσείς λερώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί λέρωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα λερώνω
εσύεσύ θα λερώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα λερώνει
εμείςεμείς θα λερώνουμε
εσείςεσείς θα λερώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λερώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα λερώσω
εσύεσύ θα λερώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα λερώσει
εμείςεμείς θα λερώσουμε
εσείςεσείς θα λερώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λερώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να λερώνω
εσύεσύ να λερώνεις
αυτός/αυτήαυτός να λερώνει
εμείςεμείς να λερώνουμε
εσείςεσείς να λερώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λερώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να λερώσω
εσύεσύ να λερώσεις
αυτός/αυτήαυτός να λερώσει
εμείςεμείς να λερώσουμε
εσείςεσείς να λερώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λερώσουν

Usages & examples

λερώνω + αντικείμενοΜην ακουμπάς τον τοίχο, θα τον λερώσεις.Don't touch the wall, you'll stain it.
λερώνομαιΈπεσα στο γρασίδι και λερώθηκα.I fell on the grass and got dirty.
λερώνω τα χέρια μουΓια τα παιδιά μου θα λερώσω τα χέρια μου.For my kids I'll get my hands dirty.
μην λερώνειςΜάζεψε τα ψίχουλα και μην λερώνεις παντού.Pick up the crumbs and stop making a mess everywhere.