πληρώνω conjugation in Greek
"πληρώνω" is a common greek verb meaning "to pay". Below are its conjugations across major tenses.
πληρώνω
to pay
Ενεστώτας
εγώεγώ πληρώνω
εσύεσύ πληρώνεις
αυτός/αυτήαυτός πληρώνει
εμείςεμείς πληρώνουμε
εσείςεσείς πληρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί πληρώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ πλήρωνα
εσύεσύ πλήρωνες
αυτός/αυτήαυτός πλήρωνε
εμείςεμείς πληρώναμε
εσείςεσείς πληρώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πλήρωναν
Αόριστος
εγώεγώ πλήρωσα
εσύεσύ πλήρωσες
αυτός/αυτήαυτός πλήρωσε
εμείςεμείς πληρώσαμε
εσείςεσείς πληρώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πλήρωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα πληρώνω
εσύεσύ θα πληρώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα πληρώνει
εμείςεμείς θα πληρώνουμε
εσείςεσείς θα πληρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πληρώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα πληρώσω
εσύεσύ θα πληρώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα πληρώσει
εμείςεμείς θα πληρώσουμε
εσείςεσείς θα πληρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πληρώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να πληρώνω
εσύεσύ να πληρώνεις
αυτός/αυτήαυτός να πληρώνει
εμείςεμείς να πληρώνουμε
εσείςεσείς να πληρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πληρώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να πληρώσω
εσύεσύ να πληρώσεις
αυτός/αυτήαυτός να πληρώσει
εμείςεμείς να πληρώσουμε
εσείςεσείς να πληρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πληρώσουν
Usages & examples
πληρώνω κάτιΚάθε αρχή του μήνα πληρώνω το ενοίκιο.At the start of every month I pay the rent.
πληρώνω για κάτιΑφήστε, θα πληρώσω εγώ για τους καφέδες.Leave it, I'll pay for the coffees.
πληρώνω με + μέσοΜπορώ να πληρώσω με κάρτα;Can I pay with a card?
θα το πληρώσειςΑν το ξανακάνεις, θα το πληρώσεις.If you do it again, you'll pay for it.