ιδρώνω conjugation in Greek

"ιδρώνω" is a common greek verb meaning "sweat". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
ιδρώνω

sweat

Ενεστώτας

εγώεγώ ιδρώνω
εσύεσύ ιδρώνεις
αυτός/αυτήαυτός ιδρώνει
εμείςεμείς ιδρώνουμε
εσείςεσείς ιδρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ιδρώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ ίδρωνα
εσύεσύ ίδρωνες
αυτός/αυτήαυτός ίδρωνε
εμείςεμείς ιδρώναμε
εσείςεσείς ιδρώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ίδρωναν

Αόριστος

εγώεγώ ίδρωσα
εσύεσύ ίδρωσες
αυτός/αυτήαυτός ίδρωσε
εμείςεμείς ιδρώσαμε
εσείςεσείς ιδρώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ίδρωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα ιδρώνω
εσύεσύ θα ιδρώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ιδρώνει
εμείςεμείς θα ιδρώνουμε
εσείςεσείς θα ιδρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ιδρώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα ιδρώσω
εσύεσύ θα ιδρώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ιδρώσει
εμείςεμείς θα ιδρώσουμε
εσείςεσείς θα ιδρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ιδρώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να ιδρώνω
εσύεσύ να ιδρώνεις
αυτός/αυτήαυτός να ιδρώνει
εμείςεμείς να ιδρώνουμε
εσείςεσείς να ιδρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ιδρώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να ιδρώσω
εσύεσύ να ιδρώσεις
αυτός/αυτήαυτός να ιδρώσει
εμείςεμείς να ιδρώσουμε
εσείςεσείς να ιδρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ιδρώσουν

Usages & examples

ιδρώνω από + αιτίαΙδρώνω από τη ζέστη και δεν αντέχω.I’m sweating from the heat and I can’t stand it.
έχω ιδρώσειΈχω ιδρώσει μετά το τρέξιμο, πάω για ντους.I’ve sweated after the run, I’m going for a shower.
δεν ιδρώνει το αυτί μουΛένε ό,τι θέλουν, αλλά δεν ιδρώνει το αυτί μου.They say whatever they want, but I don’t care.
ιδρώνω τη φανέλαΑν θέλεις προαγωγή, πρέπει να ιδρώσεις τη φανέλα.If you want a promotion, you have to work really hard.