μιλάω conjugation in Greek
"μιλάω" is a common greek verb meaning "to speak; to talk". Below are its conjugations across major tenses.
μιλάω
to speak; to talk
Ενεστώτας
εγώεγώ μιλάω
εσύεσύ μιλάς
αυτός/αυτήαυτός μιλάει
εμείςεμείς μιλάμε
εσείςεσείς μιλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί μιλάνε
Παρατατικός
εγώεγώ μιλούσα
εσύεσύ μιλούσες
αυτός/αυτήαυτός μιλούσε
εμείςεμείς μιλούσαμε
εσείςεσείς μιλούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μιλούσαν
Αόριστος
εγώεγώ μίλησα
εσύεσύ μίλησες
αυτός/αυτήαυτός μίλησε
εμείςεμείς μιλήσαμε
εσείςεσείς μιλήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μίλησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μιλάω
εσύεσύ θα μιλάς
αυτός/αυτήαυτός θα μιλάει
εμείςεμείς θα μιλάμε
εσείςεσείς θα μιλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μιλάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μιλήσω
εσύεσύ θα μιλήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα μιλήσει
εμείςεμείς θα μιλήσουμε
εσείςεσείς θα μιλήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μιλήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μιλάω
εσύεσύ να μιλάς
αυτός/αυτήαυτός να μιλάει
εμείςεμείς να μιλάμε
εσείςεσείς να μιλάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μιλάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μιλήσω
εσύεσύ να μιλήσεις
αυτός/αυτήαυτός να μιλήσει
εμείςεμείς να μιλήσουμε
εσείςεσείς να μιλήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μιλήσουν
Usages & examples
μιλάω με/σε κάποιονΘέλω να μιλήσω με τον Γιάννη αργότερα.I want to talk to Giannis later.
μιλάω για + θέμαΜιλάμε για διακοπές, όχι για δουλειά.We're talking about vacations, not work.
μιλάω + γλώσσαΟ παππούς δεν μιλάει αγγλικά.Grandpa doesn't speak English.
μιλάω στο τηλέφωνοΉμουν έξω και μιλούσα στο τηλέφωνο.I was outside talking on the phone.