ξεκινάω conjugation in Greek
"ξεκινάω" is a common greek verb meaning "to start; to set off". Below are its conjugations across major tenses.
ξεκινάω
to start; to set off
Ενεστώτας
εγώεγώ ξεκινάω
εσύεσύ ξεκινάς
αυτός/αυτήαυτός ξεκινάει
εμείςεμείς ξεκινάμε
εσείςεσείς ξεκινάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεκινάνε
Παρατατικός
εγώεγώ ξεκινούσα
εσύεσύ ξεκινούσες
αυτός/αυτήαυτός ξεκινούσε
εμείςεμείς ξεκινούσαμε
εσείςεσείς ξεκινούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεκινούσαν
Αόριστος
εγώεγώ ξεκίνησα
εσύεσύ ξεκίνησες
αυτός/αυτήαυτός ξεκίνησε
εμείςεμείς ξεκινήσαμε
εσείςεσείς ξεκινήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεκίνησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ξεκινάω
εσύεσύ θα ξεκινάς
αυτός/αυτήαυτός θα ξεκινάει
εμείςεμείς θα ξεκινάμε
εσείςεσείς θα ξεκινάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξεκινάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ξεκινήσω
εσύεσύ θα ξεκινήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξεκινήσει
εμείςεμείς θα ξεκινήσουμε
εσείςεσείς θα ξεκινήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξεκινήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ξεκινάω
εσύεσύ να ξεκινάς
αυτός/αυτήαυτός να ξεκινάει
εμείςεμείς να ξεκινάμε
εσείςεσείς να ξεκινάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξεκινάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ξεκινήσω
εσύεσύ να ξεκινήσεις
αυτός/αυτήαυτός να ξεκινήσει
εμείςεμείς να ξεκινήσουμε
εσείςεσείς να ξεκινήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξεκινήσουν
Usages & examples
ξεκινάω να + ρήμαΞεκινάω να δουλεύω στις οκτώ.I start working at eight.
ξεκινάω + ουσιαστικόΑύριο ξεκινάω δίαιτα.Tomorrow I'm starting a diet.
ξεκινάω από + μέροςΤο λεωφορείο ξεκινάει από το κέντρο στις επτά.The bus departs from the center at seven.
ξεκινάω για + προορισμόΣε λίγο ξεκινάμε για το χωριό.In a bit we're setting off for the village.