γεννάω conjugation in Greek
"γεννάω" is a common greek verb meaning "give birth / generate". Below are its conjugations across major tenses.
γεννάω
give birth / generate
Ενεστώτας
εγώεγώ γεννάω
εσύεσύ γεννάς
αυτός/αυτήαυτός γεννάει
εμείςεμείς γεννάμε
εσείςεσείς γεννάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί γεννάνε
Παρατατικός
εγώεγώ γεννούσα
εσύεσύ γεννούσες
αυτός/αυτήαυτός γεννούσε
εμείςεμείς γεννούσαμε
εσείςεσείς γεννούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γεννούσαν
Αόριστος
εγώεγώ γέννησα
εσύεσύ γέννησες
αυτός/αυτήαυτός γέννησε
εμείςεμείς γεννήσαμε
εσείςεσείς γεννήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γέννησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γεννάω
εσύεσύ θα γεννάς
αυτός/αυτήαυτός θα γεννάει
εμείςεμείς θα γεννάμε
εσείςεσείς θα γεννάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γεννάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γεννήσω
εσύεσύ θα γεννήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα γεννήσει
εμείςεμείς θα γεννήσουμε
εσείςεσείς θα γεννήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γεννήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γεννάω
εσύεσύ να γεννάς
αυτός/αυτήαυτός να γεννάει
εμείςεμείς να γεννάμε
εσείςεσείς να γεννάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γεννάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γεννήσω
εσύεσύ να γεννήσεις
αυτός/αυτήαυτός να γεννήσει
εμείςεμείς να γεννήσουμε
εσείςεσείς να γεννήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γεννήσουν
Usages & examples
γεννάω κάποιον/κάτιΗ αδερφή μου γέννησε δίδυμα χτες.My sister gave birth to twins yesterday.
ζώο + γεννάει αυγά/μικράΗ χελώνα γεννάει τα αυγά της στην άμμο.The turtle lays its eggs in the sand.
γεννάω ιδέες/προβλήματαΗ κρίση γεννάει ευκαιρίες για αλλαγή.The crisis creates opportunities for change.
μου γεννάει + συναίσθημαΗ ταινία μου γεννάει φόβο και αγωνία.The film evokes fear and anxiety in me.