κερνάω conjugation in Greek

"κερνάω" is a common greek verb meaning "to treat; to buy for someone". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
κερνάω

to treat; to buy for someone

Ενεστώτας

εγώεγώ κερνάω
εσύεσύ κερνάς
αυτός/αυτήαυτός κερνάει
εμείςεμείς κερνάμε
εσείςεσείς κερνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί κερνάνε

Παρατατικός

εγώεγώ κερνούσα
εσύεσύ κερνούσες
αυτός/αυτήαυτός κερνούσε
εμείςεμείς κερνούσαμε
εσείςεσείς κερνούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κερνούσαν

Αόριστος

εγώεγώ κέρασα
εσύεσύ κέρασες
αυτός/αυτήαυτός κέρασε
εμείςεμείς κεράσαμε
εσείςεσείς κεράσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κέρασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα κερνάω
εσύεσύ θα κερνάς
αυτός/αυτήαυτός θα κερνάει
εμείςεμείς θα κερνάμε
εσείςεσείς θα κερνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κερνάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα κεράσω
εσύεσύ θα κεράσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κεράσει
εμείςεμείς θα κεράσουμε
εσείςεσείς θα κεράσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κεράσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να κερνάω
εσύεσύ να κερνάς
αυτός/αυτήαυτός να κερνάει
εμείςεμείς να κερνάμε
εσείςεσείς να κερνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κερνάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να κεράσω
εσύεσύ να κεράσεις
αυτός/αυτήαυτός να κεράσει
εμείςεμείς να κεράσουμε
εσείςεσείς να κεράσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κεράσουν

Usages & examples

κερνάω κάποιον κάτιΣήμερα κερνάω εγώ τον καφέ.Today the coffee is on me.
να σε κεράσω...; (προσφορά)Να σε κεράσω μια μπίρα;Can I buy you a beer?
κερνάω λόγω γιορτήςΈχω γενέθλια και κερνάω γλυκά στο γραφείο.It's my birthday and I'm bringing sweets to the office.
κερνάω ξύλο (απειλή)Αν ξαναπειράξεις την αδερφή μου, σε κερνάω ξύλο.If you mess with my sister again, I'll give you a beating.