ξυπνάω conjugation in Greek
"ξυπνάω" is a common greek verb meaning "to wake up". Below are its conjugations across major tenses.
ξυπνάω
to wake up
Ενεστώτας
εγώεγώ ξυπνάω
εσύεσύ ξυπνάς
αυτός/αυτήαυτός ξυπνάει
εμείςεμείς ξυπνάμε
εσείςεσείς ξυπνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξυπνάνε
Παρατατικός
εγώεγώ ξυπνούσα
εσύεσύ ξυπνούσες
αυτός/αυτήαυτός ξυπνούσε
εμείςεμείς ξυπνούσαμε
εσείςεσείς ξυπνούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξυπνούσαν
Αόριστος
εγώεγώ ξύπνησα
εσύεσύ ξύπνησες
αυτός/αυτήαυτός ξύπνησε
εμείςεμείς ξυπνήσαμε
εσείςεσείς ξυπνήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξύπνησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ξυπνάω
εσύεσύ θα ξυπνάς
αυτός/αυτήαυτός θα ξυπνάει
εμείςεμείς θα ξυπνάμε
εσείςεσείς θα ξυπνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξυπνάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ξυπνήσω
εσύεσύ θα ξυπνήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξυπνήσει
εμείςεμείς θα ξυπνήσουμε
εσείςεσείς θα ξυπνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξυπνήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ξυπνάω
εσύεσύ να ξυπνάς
αυτός/αυτήαυτός να ξυπνάει
εμείςεμείς να ξυπνάμε
εσείςεσείς να ξυπνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξυπνάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ξυπνήσω
εσύεσύ να ξυπνήσεις
αυτός/αυτήαυτός να ξυπνήσει
εμείςεμείς να ξυπνήσουμε
εσείςεσείς να ξυπνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξυπνήσουν
Usages & examples
ξυπνάω στις + ώραΞυπνάω στις επτά κάθε μέρα.I wake up at seven every day.
ξυπνάω κάποιονΜπορείς να με ξυπνήσεις στις έξι;Can you wake me up at six?
ξυπνάω από + αιτίαΞύπνησα από τον θόρυβο του δρόμου.I woke up from the noise of the street.
Ξύπνα! (προσταγή)Ξύπνα, θα χάσουμε το λεωφορείο!Wake up, we'll miss the bus!