ολοκληρώνω conjugation in Greek

"ολοκληρώνω" is a common greek verb meaning "to complete". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
ολοκληρώνω

to complete

Ενεστώτας

εγώεγώ ολοκληρώνω
εσύεσύ ολοκληρώνεις
αυτός/αυτήαυτός ολοκληρώνει
εμείςεμείς ολοκληρώνουμε
εσείςεσείς ολοκληρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ολοκληρώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ ολοκλήρωνα
εσύεσύ ολοκλήρωνες
αυτός/αυτήαυτός ολοκλήρωνε
εμείςεμείς ολοκληρώναμε
εσείςεσείς ολοκληρώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ολοκλήρωναν

Αόριστος

εγώεγώ ολοκλήρωσα
εσύεσύ ολοκλήρωσες
αυτός/αυτήαυτός ολοκλήρωσε
εμείςεμείς ολοκληρώσαμε
εσείςεσείς ολοκληρώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ολοκλήρωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα ολοκληρώνω
εσύεσύ θα ολοκληρώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ολοκληρώνει
εμείςεμείς θα ολοκληρώνουμε
εσείςεσείς θα ολοκληρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ολοκληρώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα ολοκληρώσω
εσύεσύ θα ολοκληρώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ολοκληρώσει
εμείςεμείς θα ολοκληρώσουμε
εσείςεσείς θα ολοκληρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ολοκληρώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να ολοκληρώνω
εσύεσύ να ολοκληρώνεις
αυτός/αυτήαυτός να ολοκληρώνει
εμείςεμείς να ολοκληρώνουμε
εσείςεσείς να ολοκληρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ολοκληρώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να ολοκληρώσω
εσύεσύ να ολοκληρώσεις
αυτός/αυτήαυτός να ολοκληρώσει
εμείςεμείς να ολοκληρώσουμε
εσείςεσείς να ολοκληρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ολοκληρώσουν

Usages & examples

ολοκληρώνω + αντικείμενοΣε λίγο ολοκληρώνω την αναφορά.I’ll finish the report in a bit.
κάτι ολοκληρώνεταιΤο έργο ολοκληρώνεται τον επόμενο μήνα.The project is being completed next month.
έχω ολοκληρώσει + αντικείμενοΈχω ολοκληρώσει ήδη το μάθημα.I have already completed the course.
ας/να ολοκληρώσουμεΑς ολοκληρώσουμε για σήμερα, είναι αργά.Let’s wrap up for today, it’s late.