πακετάρω conjugation in Greek

"πακετάρω" is a common greek verb meaning "pack". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
πακετάρω

pack

Ενεστώτας

εγώεγώ πακετάρω
εσύεσύ πακετάρεις
αυτός/αυτήαυτός πακετάρει
εμείςεμείς πακετάρουμε
εσείςεσείς πακετάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί πακετάρουν

Παρατατικός

εγώεγώ πακέταρα
εσύεσύ πακέταρες
αυτός/αυτήαυτός πακέταρε
εμείςεμείς πακετάραμε
εσείςεσείς πακετάρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πακέταραν

Αόριστος

εγώεγώ πακέταρα
εσύεσύ πακέταρες
αυτός/αυτήαυτός πακέταρε
εμείςεμείς πακετάραμε
εσείςεσείς πακετάρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πακέταραν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα πακετάρω
εσύεσύ θα πακετάρεις
αυτός/αυτήαυτός θα πακετάρει
εμείςεμείς θα πακετάρουμε
εσείςεσείς θα πακετάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πακετάρουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα πακετάρω
εσύεσύ θα πακετάρεις
αυτός/αυτήαυτός θα πακετάρει
εμείςεμείς θα πακετάρουμε
εσείςεσείς θα πακετάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πακετάρουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να πακετάρω
εσύεσύ να πακετάρεις
αυτός/αυτήαυτός να πακετάρει
εμείςεμείς να πακετάρουμε
εσείςεσείς να πακετάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πακετάρουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να πακετάρω
εσύεσύ να πακετάρεις
αυτός/αυτήαυτός να πακετάρει
εμείςεμείς να πακετάρουμε
εσείςεσείς να πακετάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πακετάρουν

Usages & examples

πακετάρω κάτιΠακετάρω τα ρούχα μου για το ταξίδι.I'm packing my clothes for the trip.
Πακέταρε...Πακέταρε γρήγορα, το ταξί περιμένει!Pack quickly, the taxi is waiting!
έχω πακετάρειΈχω ήδη πακετάρει τις βαλίτσες.I have already packed the suitcases.
πακετάρω κάτι σε + δοχείοΠακέταρα τα μπισκότα σε μικρά σακουλάκια.I packed the cookies into small bags.