παραλαμβάνω conjugation in Greek

"παραλαμβάνω" is a common greek verb meaning "to receive; to pick up". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
παραλαμβάνω

to receive; to pick up

Ενεστώτας

εγώεγώ παραλαμβάνω
εσύεσύ παραλαμβάνεις
αυτός/αυτήαυτός παραλαμβάνει
εμείςεμείς παραλαμβάνουμε
εσείςεσείς παραλαμβάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί παραλαμβάνουν

Παρατατικός

εγώεγώ παραλάμβανα
εσύεσύ παραλάμβανες
αυτός/αυτήαυτός παραλάμβανε
εμείςεμείς παραλαμβάναμε
εσείςεσείς παραλαμβάνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί παραλάμβαναν

Αόριστος

εγώεγώ παρέλαβα
εσύεσύ παρέλαβες
αυτός/αυτήαυτός παρέλαβε
εμείςεμείς παραλάβαμε
εσείςεσείς παραλάβατε
αυτοί/αυτέςαυτοί παρέλαβαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα παραλαμβάνω
εσύεσύ θα παραλαμβάνεις
αυτός/αυτήαυτός θα παραλαμβάνει
εμείςεμείς θα παραλαμβάνουμε
εσείςεσείς θα παραλαμβάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παραλαμβάνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα παραλάβω
εσύεσύ θα παραλάβεις
αυτός/αυτήαυτός θα παραλάβει
εμείςεμείς θα παραλάβουμε
εσείςεσείς θα παραλάβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παραλάβουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να παραλαμβάνω
εσύεσύ να παραλαμβάνεις
αυτός/αυτήαυτός να παραλαμβάνει
εμείςεμείς να παραλαμβάνουμε
εσείςεσείς να παραλαμβάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παραλαμβάνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να παραλάβω
εσύεσύ να παραλάβεις
αυτός/αυτήαυτός να παραλάβει
εμείςεμείς να παραλάβουμε
εσείςεσείς να παραλάβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παραλάβουν

Usages & examples

παραλαμβάνω παραγγελία/δέμαΠήγα στο κατάστημα και παρέλαβα την παραγγελία μου.I went to the store and picked up my order.
παραλαμβάνω κάποιον απόΘα σε παραλάβω από τον σταθμό στις οκτώ.I’ll pick you up from the station at eight.
παραλαμβάνω τη βάρδια/καθήκονταΟ Γιώργος παραλαμβάνει τη βάρδια στις τρεις.George takes over the shift at three.
παραλαμβάνω κλειδιά/σπίτιΑύριο παραλαμβάνουμε το καινούριο μας σπίτι.Tomorrow we take possession of our new house.