παρατάω conjugation in Greek
"παρατάω" is a common greek verb meaning "give up". Below are its conjugations across major tenses.
παρατάω
give up
Ενεστώτας
εγώεγώ παρατάω
εσύεσύ παρατάς
αυτός/αυτήαυτός παρατάει
εμείςεμείς παρατάμε
εσείςεσείς παρατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί παρατάνε
Παρατατικός
εγώεγώ παρατούσα
εσύεσύ παρατούσες
αυτός/αυτήαυτός παρατούσε
εμείςεμείς παρατούσαμε
εσείςεσείς παρατούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί παρατούσαν
Αόριστος
εγώεγώ παράτησα
εσύεσύ παράτησες
αυτός/αυτήαυτός παράτησε
εμείςεμείς παρατήσαμε
εσείςεσείς παρατήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί παράτησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα παρατάω
εσύεσύ θα παρατάς
αυτός/αυτήαυτός θα παρατάει
εμείςεμείς θα παρατάμε
εσείςεσείς θα παρατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παρατάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα παρατήσω
εσύεσύ θα παρατήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα παρατήσει
εμείςεμείς θα παρατήσουμε
εσείςεσείς θα παρατήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παρατήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να παρατάω
εσύεσύ να παρατάς
αυτός/αυτήαυτός να παρατάει
εμείςεμείς να παρατάμε
εσείςεσείς να παρατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παρατάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να παρατήσω
εσύεσύ να παρατήσεις
αυτός/αυτήαυτός να παρατήσει
εμείςεμείς να παρατήσουμε
εσείςεσείς να παρατήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παρατήσουν
Usages & examples
παρατάω κάποιον (σχέση)Η Μαρία παράτησε τον Κώστα κι έφυγε στο εξωτερικό.Maria dumped Kostas and left for abroad.
παρατάω τη δουλειά/σπουδέςΣκέφτομαι να παρατήσω τη δουλειά και να ταξιδέψω.I’m thinking of quitting my job and traveling.
παρατάω κάτι στη μέσηΠάντα παρατάει τα βιβλία στη μέση.He always leaves books halfway through.
Παράτα με!Έλα, παράτα με, δεν θέλω να μιλήσω άλλο.Come on, leave me alone, I don't want to talk anymore.