παρκάρω conjugation in Greek

"παρκάρω" is a common greek verb meaning "park". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
παρκάρω

park

Ενεστώτας

εγώεγώ παρκάρω
εσύεσύ παρκάρεις
αυτός/αυτήαυτός παρκάρει
εμείςεμείς παρκάρουμε
εσείςεσείς παρκάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί παρκάρουν

Παρατατικός

εγώεγώ πάρκαρα
εσύεσύ πάρκαρες
αυτός/αυτήαυτός πάρκαρε
εμείςεμείς παρκάραμε
εσείςεσείς παρκάρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πάρκαραν

Αόριστος

εγώεγώ πάρκαρα
εσύεσύ πάρκαρες
αυτός/αυτήαυτός πάρκαρε
εμείςεμείς παρκάραμε
εσείςεσείς παρκάρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πάρκαραν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα παρκάρω
εσύεσύ θα παρκάρεις
αυτός/αυτήαυτός θα παρκάρει
εμείςεμείς θα παρκάρουμε
εσείςεσείς θα παρκάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παρκάρουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα παρκάρω
εσύεσύ θα παρκάρεις
αυτός/αυτήαυτός θα παρκάρει
εμείςεμείς θα παρκάρουμε
εσείςεσείς θα παρκάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παρκάρουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να παρκάρω
εσύεσύ να παρκάρεις
αυτός/αυτήαυτός να παρκάρει
εμείςεμείς να παρκάρουμε
εσείςεσείς να παρκάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παρκάρουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να παρκάρω
εσύεσύ να παρκάρεις
αυτός/αυτήαυτός να παρκάρει
εμείςεμείς να παρκάρουμε
εσείςεσείς να παρκάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παρκάρουν

Usages & examples

παρκάρω το αμάξιΠαρκάρω το αμάξι μου δίπλα στο πάρκο.I park my car next to the park.
παρκάρω σε + μέροςΣυνήθως παρκάρω στο γκαράζ της δουλειάς.I usually park in the work garage.
έχω παρκάρειΈχω παρκάρει ήδη, έρχομαι πάνω.I've already parked, I'm coming up.
δεν βρίσκω να παρκάρωΔεν βρίσκω να παρκάρω εδώ γύρω.I can't find anywhere to park around here.