πεινάω conjugation in Greek

"πεινάω" is a common greek verb meaning "be hungry". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
πεινάω

be hungry

Ενεστώτας

εγώεγώ πεινάω
εσύεσύ πεινάς
αυτός/αυτήαυτός πεινάει
εμείςεμείς πεινάμε
εσείςεσείς πεινάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί πεινάνε

Παρατατικός

εγώεγώ πεινούσα
εσύεσύ πεινούσες
αυτός/αυτήαυτός πεινούσε
εμείςεμείς πεινούσαμε
εσείςεσείς πεινούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πεινούσαν

Αόριστος

εγώεγώ πείνασα
εσύεσύ πείνασες
αυτός/αυτήαυτός πείνασε
εμείςεμείς πεινάσαμε
εσείςεσείς πεινάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πείνασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα πεινάω
εσύεσύ θα πεινάς
αυτός/αυτήαυτός θα πεινάει
εμείςεμείς θα πεινάμε
εσείςεσείς θα πεινάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πεινάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα πεινάσω
εσύεσύ θα πεινάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα πεινάσει
εμείςεμείς θα πεινάσουμε
εσείςεσείς θα πεινάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πεινάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να πεινάω
εσύεσύ να πεινάς
αυτός/αυτήαυτός να πεινάει
εμείςεμείς να πεινάμε
εσείςεσείς να πεινάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πεινάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να πεινάσω
εσύεσύ να πεινάσεις
αυτός/αυτήαυτός να πεινάσει
εμείςεμείς να πεινάσουμε
εσείςεσείς να πεινάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πεινάσουν

Usages & examples

πεινάω (πολύ)Πεινάω, θες να παραγγείλουμε πίτσα;I'm hungry, do you want to order pizza?
Πεινάς;Πεινάς ή να φτιάξω κάτι αργότερα;Are you hungry or should I cook something later?
πείνασαΠείνασα μετά το γυμναστήριο.I got hungry after the gym.
πεινάω για + ουσιαστικόΠεινάω για επιτυχία στη δουλειά μου.I'm hungry for success in my job.