περπατάω conjugation in Greek

"περπατάω" is a common greek verb meaning "to walk". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
περπατάω

to walk

Ενεστώτας

εγώεγώ περπατάω
εσύεσύ περπατάς
αυτός/αυτήαυτός περπατάει
εμείςεμείς περπατάμε
εσείςεσείς περπατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί περπατάνε

Παρατατικός

εγώεγώ περπατούσα
εσύεσύ περπατούσες
αυτός/αυτήαυτός περπατούσε
εμείςεμείς περπατούσαμε
εσείςεσείς περπατούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί περπατούσαν

Αόριστος

εγώεγώ περπάτησα
εσύεσύ περπάτησες
αυτός/αυτήαυτός περπάτησε
εμείςεμείς περπατήσαμε
εσείςεσείς περπατήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί περπάτησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα περπατάω
εσύεσύ θα περπατάς
αυτός/αυτήαυτός θα περπατάει
εμείςεμείς θα περπατάμε
εσείςεσείς θα περπατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα περπατάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα περπατήσω
εσύεσύ θα περπατήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα περπατήσει
εμείςεμείς θα περπατήσουμε
εσείςεσείς θα περπατήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα περπατήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να περπατάω
εσύεσύ να περπατάς
αυτός/αυτήαυτός να περπατάει
εμείςεμείς να περπατάμε
εσείςεσείς να περπατάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να περπατάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να περπατήσω
εσύεσύ να περπατήσεις
αυτός/αυτήαυτός να περπατήσει
εμείςεμείς να περπατήσουμε
εσείςεσείς να περπατήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να περπατήσουν

Usages & examples

Περπατάω + σε προορισμόΠερπατάω στο πανεπιστήμιο κάθε πρωί.I walk to the university every morning.
Περπατάω για + διάρκειαΜετά τη δουλειά περπατάω για σαράντα λεπτά.After work I walk for forty minutes.
Περπατάω με + άτομοΣυνήθως περπατάω με τον Νίκο ως το σπίτι του.I usually walk with Nikos to his house.
(συσκευή) περπατάει / δεν περπατάειΤο ρολόι μου δεν περπατάει πια.My watch doesn’t work anymore.