προβλέπω conjugation in Greek

"προβλέπω" is a common greek verb meaning "predict". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
προβλέπω

predict

Ενεστώτας

εγώεγώ προβλέπω
εσύεσύ προβλέπεις
αυτός/αυτήαυτός προβλέπει
εμείςεμείς προβλέπουμε
εσείςεσείς προβλέπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί προβλέπουν

Παρατατικός

εγώεγώ προέβλεπα
εσύεσύ προέβλεπες
αυτός/αυτήαυτός προέβλεπε
εμείςεμείς προβλέπαμε
εσείςεσείς προβλέπατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προέβλεπαν

Αόριστος

εγώεγώ προέβλεψα
εσύεσύ προέβλεψες
αυτός/αυτήαυτός προέβλεψε
εμείςεμείς προβλέψαμε
εσείςεσείς προβλέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προέβλεψαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα προβλέπω
εσύεσύ θα προβλέπεις
αυτός/αυτήαυτός θα προβλέπει
εμείςεμείς θα προβλέπουμε
εσείςεσείς θα προβλέπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προβλέπουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα προβλέψω
εσύεσύ θα προβλέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα προβλέψει
εμείςεμείς θα προβλέψουμε
εσείςεσείς θα προβλέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προβλέψουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να προβλέπω
εσύεσύ να προβλέπεις
αυτός/αυτήαυτός να προβλέπει
εμείςεμείς να προβλέπουμε
εσείςεσείς να προβλέπετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προβλέπουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να προβλέψω
εσύεσύ να προβλέψεις
αυτός/αυτήαυτός να προβλέψει
εμείςεμείς να προβλέψουμε
εσείςεσείς να προβλέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προβλέψουν

Usages & examples

Προβλέπω ότι + θαΠροβλέπω ότι θα αργήσει το λεωφορείο.I predict that the bus will be late.
Προβλέπω + ουσιαστικόΠρέπει να προβλέψεις όλες τις πιθανές δυσκολίες.You have to anticipate all possible difficulties.
Ο νόμος προβλέπει + αντικείμενοΟ νόμος προβλέπει αυστηρές ποινές για τη διαφθορά.The law provides strict penalties for corruption.
Προβλέπεται + ουσιαστικόΓια αύριο προβλέπεται κακοκαιρία.Bad weather is expected for tomorrow.