προχωράω conjugation in Greek

"προχωράω" is a common greek verb meaning "to move forward; to proceed". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
προχωράω

to move forward; to proceed

Ενεστώτας

εγώεγώ προχωράω
εσύεσύ προχωράς
αυτός/αυτήαυτός προχωρά
εμείςεμείς προχωράμε
εσείςεσείς προχωράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί προχωράνε

Παρατατικός

εγώεγώ προχωρούσα
εσύεσύ προχωρούσες
αυτός/αυτήαυτός προχωρούσε
εμείςεμείς προχωρούσαμε
εσείςεσείς προχωρούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προχωρούσαν

Αόριστος

εγώεγώ προχώρησα
εσύεσύ προχώρησες
αυτός/αυτήαυτός προχώρησε
εμείςεμείς προχωρήσαμε
εσείςεσείς προχωρήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προχώρησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα προχωράω
εσύεσύ θα προχωράς
αυτός/αυτήαυτός θα προχωρά
εμείςεμείς θα προχωράμε
εσείςεσείς θα προχωράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προχωράνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα προχωρήσω
εσύεσύ θα προχωρήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα προχωρήσει
εμείςεμείς θα προχωρήσουμε
εσείςεσείς θα προχωρήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προχωρήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να προχωράω
εσύεσύ να προχωράς
αυτός/αυτήαυτός να προχωρά
εμείςεμείς να προχωράμε
εσείςεσείς να προχωράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προχωράνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να προχωρήσω
εσύεσύ να προχωρήσεις
αυτός/αυτήαυτός να προχωρήσει
εμείςεμείς να προχωρήσουμε
εσείςεσείς να προχωρήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προχωρήσουν

Usages & examples

Κίνηση προς τα μπροςΠροχωράμε λίγο ακόμα και φτάνουμε.We move a bit further and we’ll get there.
Προχωράω με + αντικείμενοΠροχώρα με την παραγγελία όσο μιλάω στο τηλέφωνο.Go ahead with the order while I’m on the phone.
Έργο/δουλειά προχωράειΤο project προχωράει καλύτερα απ’ όσο περιμέναμε.The project is progressing better than we expected.
Σχέση/κατάσταση προχωράειΗ σχέση τους προχωράει πολύ γρήγορα.Their relationship is moving very fast.