σπρώχνω conjugation in Greek
"σπρώχνω" is a common greek verb meaning "to push". Below are its conjugations across major tenses.
σπρώχνω
to push
Ενεστώτας
εγώεγώ σπρώχνω
εσύεσύ σπρώχνεις
αυτός/αυτήαυτός σπρώχνει
εμείςεμείς σπρώχνουμε
εσείςεσείς σπρώχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σπρώχνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έσπρωχνα
εσύεσύ έσπρωχνες
αυτός/αυτήαυτός έσπρωχνε
εμείςεμείς σπρώχναμε
εσείςεσείς σπρώχνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σπρώχνανε
Αόριστος
εγώεγώ έσπρωξα
εσύεσύ έσπρωξες
αυτός/αυτήαυτός έσπρωξε
εμείςεμείς σπρώξαμε
εσείςεσείς σπρώξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έσπρωξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα σπρώχνω
εσύεσύ θα σπρώχνεις
αυτός/αυτήαυτός θα σπρώχνει
εμείςεμείς θα σπρώχνουμε
εσείςεσείς θα σπρώχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σπρώχνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα σπρώξω
εσύεσύ θα σπρώξεις
αυτός/αυτήαυτός θα σπρώξει
εμείςεμείς θα σπρώξουμε
εσείςεσείς θα σπρώξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σπρώξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να σπρώχνω
εσύεσύ να σπρώχνεις
αυτός/αυτήαυτός να σπρώχνει
εμείςεμείς να σπρώχνουμε
εσείςεσείς να σπρώχνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σπρώχνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να σπρώξω
εσύεσύ να σπρώξεις
αυτός/αυτήαυτός να σπρώξει
εμείςεμείς να σπρώξουμε
εσείςεσείς να σπρώξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σπρώξουν
Usages & examples
σπρώχνω + αντικείμενο/πρόσωποΣπρώξε την πόρτα λίγο πιο δυνατά.Push the door a bit harder.
σπρώχνω κάποιον να + υποτακτικήΟι φίλοι του τον σπρώχνουν να πάει ταξίδι.His friends are pushing him to go on a trip.
σπρώχνω προϊόν / εμπόρευμαΗ εταιρεία σπρώχνει το νέο της κινητό με μεγάλες εκπτώσεις.The company is pushing its new phone with big discounts.