συμπληρώνω conjugation in Greek
"συμπληρώνω" is a common greek verb meaning "fill in / complete". Below are its conjugations across major tenses.
συμπληρώνω
fill in / complete
Ενεστώτας
εγώεγώ συμπληρώνω
εσύεσύ συμπληρώνεις
αυτός/αυτήαυτός συμπληρώνει
εμείςεμείς συμπληρώνουμε
εσείςεσείς συμπληρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμπληρώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ συμπλήρωνα
εσύεσύ συμπλήρωνες
αυτός/αυτήαυτός συμπλήρωνε
εμείςεμείς συμπληρώναμε
εσείςεσείς συμπληρώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμπλήρωναν
Αόριστος
εγώεγώ συμπλήρωσα
εσύεσύ συμπλήρωσες
αυτός/αυτήαυτός συμπλήρωσε
εμείςεμείς συμπληρώσαμε
εσείςεσείς συμπληρώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμπλήρωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα συμπληρώνω
εσύεσύ θα συμπληρώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα συμπληρώνει
εμείςεμείς θα συμπληρώνουμε
εσείςεσείς θα συμπληρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συμπληρώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα συμπληρώσω
εσύεσύ θα συμπληρώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα συμπληρώσει
εμείςεμείς θα συμπληρώσουμε
εσείςεσείς θα συμπληρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συμπληρώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να συμπληρώνω
εσύεσύ να συμπληρώνεις
αυτός/αυτήαυτός να συμπληρώνει
εμείςεμείς να συμπληρώνουμε
εσείςεσείς να συμπληρώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συμπληρώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να συμπληρώσω
εσύεσύ να συμπληρώσεις
αυτός/αυτήαυτός να συμπληρώσει
εμείςεμείς να συμπληρώσουμε
εσείςεσείς να συμπληρώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συμπληρώσουν
Usages & examples
συμπληρώνω φόρμα/αίτησηΜπορείς να συμπληρώσεις αυτή τη φόρμα, σε παρακαλώ;Can you fill in this form, please?
συμπληρώνω ώρες/χρόνια/ποσόΧρειάζομαι ακόμα δύο ώρες για να συμπληρώσω το οχτάωρο.I still need two more hours to make up the eight-hour shift.
συμπληρώνω κάτι σε κάτιΣυμπλήρωσα λίγο αλάτι στη σούπα.I added a bit of salt to the soup.
συμπληρώνω τα κενάΟ δάσκαλος μάς ζήτησε να συμπληρώσουμε τα κενά στο κείμενο.The teacher asked us to fill in the blanks in the text.