συμφωνώ conjugation in Greek
"συμφωνώ" is a common greek verb meaning "to agree". Below are its conjugations across major tenses.
συμφωνώ
to agree
Ενεστώτας
εγώεγώ συμφωνώ
εσύεσύ συμφωνείς
αυτός/αυτήαυτός συμφωνεί
εμείςεμείς συμφωνούμε
εσείςεσείς συμφωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμφωνούν
Παρατατικός
εγώεγώ συμφωνούσα
εσύεσύ συμφωνούσες
αυτός/αυτήαυτός συμφωνούσε
εμείςεμείς συμφωνούσαμε
εσείςεσείς συμφωνούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμφωνούσαν
Αόριστος
εγώεγώ συμφώνησα
εσύεσύ συμφώνησες
αυτός/αυτήαυτός συμφώνησε
εμείςεμείς συμφωνήσαμε
εσείςεσείς συμφωνήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμφώνησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα συμφωνώ
εσύεσύ θα συμφωνείς
αυτός/αυτήαυτός θα συμφωνεί
εμείςεμείς θα συμφωνούμε
εσείςεσείς θα συμφωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συμφωνούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα συμφωνήσω
εσύεσύ θα συμφωνήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα συμφωνήσει
εμείςεμείς θα συμφωνήσουμε
εσείςεσείς θα συμφωνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συμφωνήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να συμφωνώ
εσύεσύ να συμφωνείς
αυτός/αυτήαυτός να συμφωνεί
εμείςεμείς να συμφωνούμε
εσείςεσείς να συμφωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συμφωνούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να συμφωνήσω
εσύεσύ να συμφωνήσεις
αυτός/αυτήαυτός να συμφωνήσει
εμείςεμείς να συμφωνήσουμε
εσείςεσείς να συμφωνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συμφωνήσουν
Usages & examples
συμφωνώ με + αιτιατικήΣυμφωνώ με την ιδέα σου.I agree with your idea.
συμφωνώ να + ρήμαΣυμφωνείς να το κάνουμε αύριο;Do you agree to do it tomorrow?
συμφωνώ ότι + πρότασηΌλοι συμφωνούμε ότι χρειάζεται αλλαγή.We all agree that change is needed.
X δεν συμφωνεί με Y (ταιριάζει)Το πουκάμισο δεν συμφωνεί με το παντελόνι.The shirt doesn't match the pants.