τηλεφωνώ conjugation in Greek
"τηλεφωνώ" is a common greek verb meaning "to call; to phone". Below are its conjugations across major tenses.
τηλεφωνώ
to call; to phone
Ενεστώτας
εγώεγώ τηλεφωνώ
εσύεσύ τηλεφωνείς
αυτός/αυτήαυτός τηλεφωνεί
εμείςεμείς τηλεφωνούμε
εσείςεσείς τηλεφωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί τηλεφωνούν
Παρατατικός
εγώεγώ τηλεφωνούσα
εσύεσύ τηλεφωνούσες
αυτός/αυτήαυτός τηλεφωνούσε
εμείςεμείς τηλεφωνούσαμε
εσείςεσείς τηλεφωνούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τηλεφωνούσαν
Αόριστος
εγώεγώ τηλεφώνησα
εσύεσύ τηλεφώνησες
αυτός/αυτήαυτός τηλεφώνησε
εμείςεμείς τηλεφωνήσαμε
εσείςεσείς τηλεφωνήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τηλεφώνησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα τηλεφωνώ
εσύεσύ θα τηλεφωνείς
αυτός/αυτήαυτός θα τηλεφωνεί
εμείςεμείς θα τηλεφωνούμε
εσείςεσείς θα τηλεφωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τηλεφωνούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα τηλεφωνήσω
εσύεσύ θα τηλεφωνήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα τηλεφωνήσει
εμείςεμείς θα τηλεφωνήσουμε
εσείςεσείς θα τηλεφωνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τηλεφωνήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να τηλεφωνώ
εσύεσύ να τηλεφωνείς
αυτός/αυτήαυτός να τηλεφωνεί
εμείςεμείς να τηλεφωνούμε
εσείςεσείς να τηλεφωνείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τηλεφωνούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να τηλεφωνήσω
εσύεσύ να τηλεφωνήσεις
αυτός/αυτήαυτός να τηλεφωνήσει
εμείςεμείς να τηλεφωνήσουμε
εσείςεσείς να τηλεφωνήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τηλεφωνήσουν
Usages & examples
τηλεφωνώ σε + όνομα/αντωνυμίαΘα τηλεφωνήσω στον Γιάννη αργότερα.I will call Giannis later.
τηλεφωνώ για + θέμαΣου τηλεφωνώ για το ραντεβού μας.I'm calling you about our appointment.
Τηλεφώνησέ μου μόλις/όταν...Τηλεφώνησέ μου μόλις τελειώσεις τη δουλειά.Call me as soon as you finish work.
τηλεφώνησε να + υποτ.Τηλεφώνησε να ρωτήσεις την τιμή.Call to ask the price.