τρέχω conjugation in Greek
"τρέχω" is a common greek verb meaning "to run". Below are its conjugations across major tenses.
τρέχω
to run
Ενεστώτας
εγώεγώ τρέχω
εσύεσύ τρέχεις
αυτός/αυτήαυτός τρέχει
εμείςεμείς τρέχουμε
εσείςεσείς τρέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί τρέχουν
Παρατατικός
εγώεγώ έτρεχα
εσύεσύ έτρεχες
αυτός/αυτήαυτός έτρεχε
εμείςεμείς τρέχαμε
εσείςεσείς τρέχατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έτρεχαν
Αόριστος
εγώεγώ έτρεξα
εσύεσύ έτρεξες
αυτός/αυτήαυτός έτρεξε
εμείςεμείς τρέξαμε
εσείςεσείς τρέξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έτρεξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα τρέχω
εσύεσύ θα τρέχεις
αυτός/αυτήαυτός θα τρέχει
εμείςεμείς θα τρέχουμε
εσείςεσείς θα τρέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τρέχουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα τρέξω
εσύεσύ θα τρέξεις
αυτός/αυτήαυτός θα τρέξει
εμείςεμείς θα τρέξουμε
εσείςεσείς θα τρέξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τρέξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να τρέχω
εσύεσύ να τρέχεις
αυτός/αυτήαυτός να τρέχει
εμείςεμείς να τρέχουμε
εσείςεσείς να τρέχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τρέχουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να τρέξω
εσύεσύ να τρέξεις
αυτός/αυτήαυτός να τρέξει
εμείςεμείς να τρέξουμε
εσείςεσείς να τρέξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τρέξουν
Usages & examples
τρέχω + σε/στο (μέρος)Τρέχω στο πάρκο κάθε πρωί.I run in the park every morning.
τρέχω (βιάζομαι)Τρέχω, γιατί αρχίζει το μάθημα.I'm rushing because the class is starting.
τρέχω πίσω από κπ/κτΟ γάτος έτρεξε πίσω από το πουλί.The cat ran after the bird.
έτρεξα να + ρήμαΈτρεξα να προλάβω το λεωφορείο.I ran to catch the bus.