τσιμπάω conjugation in Greek
"τσιμπάω" is a common greek verb meaning "pinch / nibble". Below are its conjugations across major tenses.
τσιμπάω
pinch / nibble
Ενεστώτας
εγώεγώ τσιμπάω
εσύεσύ τσιμπάς
αυτός/αυτήαυτός τσιμπάει
εμείςεμείς τσιμπάμε
εσείςεσείς τσιμπάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί τσιμπάνε
Παρατατικός
εγώεγώ τσίμπαγα
εσύεσύ τσίμπαγες
αυτός/αυτήαυτός τσίμπαγε
εμείςεμείς τσιμπάγαμε
εσείςεσείς τσιμπάγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τσίμπαγαν
Αόριστος
εγώεγώ τσίμπησα
εσύεσύ τσίμπησες
αυτός/αυτήαυτός τσίμπησε
εμείςεμείς τσιμπήσαμε
εσείςεσείς τσιμπήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τσίμπησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα τσιμπάω
εσύεσύ θα τσιμπάς
αυτός/αυτήαυτός θα τσιμπάει
εμείςεμείς θα τσιμπάμε
εσείςεσείς θα τσιμπάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τσιμπάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα τσιμπήσω
εσύεσύ θα τσιμπήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα τσιμπήσει
εμείςεμείς θα τσιμπήσουμε
εσείςεσείς θα τσιμπήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τσιμπήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να τσιμπάω
εσύεσύ να τσιμπάς
αυτός/αυτήαυτός να τσιμπάει
εμείςεμείς να τσιμπάμε
εσείςεσείς να τσιμπάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τσιμπάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να τσιμπήσω
εσύεσύ να τσιμπήσεις
αυτός/αυτήαυτός να τσιμπήσει
εμείςεμείς να τσιμπήσουμε
εσείςεσείς να τσιμπήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τσιμπήσουν
Usages & examples
με τσίμπησε κουνούπιΜε τσίμπησε ένα κουνούπι στο πόδι.A mosquito bit me on the leg.
τσιμπάω κάτι (να φάω)Πάμε να τσιμπήσουμε κάτι πριν την ταινία;Shall we grab a bite before the movie?
έχουν τσιμπήσει οι τιμέςΤα λαχανικά έχουν τσιμπήσει τελευταία.Vegetables have gone up a bit lately.
μην τσιμπάςΤον πειράζει, αλλά μην τσιμπάς.He's teasing you, but don't take the bait.