υπογράφω conjugation in Greek
"υπογράφω" is a common greek verb meaning "to sign". Below are its conjugations across major tenses.
υπογράφω
to sign
Ενεστώτας
εγώεγώ υπογράφω
εσύεσύ υπογράφεις
αυτός/αυτήαυτός υπογράφει
εμείςεμείς υπογράφουμε
εσείςεσείς υπογράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπογράφουν
Παρατατικός
εγώεγώ υπέγραφα
εσύεσύ υπέγραφες
αυτός/αυτήαυτός υπέγραφε
εμείςεμείς υπογράφαμε
εσείςεσείς υπογράφατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπέγραφαν
Αόριστος
εγώεγώ υπέγραψα
εσύεσύ υπέγραψες
αυτός/αυτήαυτός υπέγραψε
εμείςεμείς υπογράψαμε
εσείςεσείς υπογράψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπέγραψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα υπογράφω
εσύεσύ θα υπογράφεις
αυτός/αυτήαυτός θα υπογράφει
εμείςεμείς θα υπογράφουμε
εσείςεσείς θα υπογράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υπογράφουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα υπογράψω
εσύεσύ θα υπογράψεις
αυτός/αυτήαυτός θα υπογράψει
εμείςεμείς θα υπογράψουμε
εσείςεσείς θα υπογράψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υπογράψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να υπογράφω
εσύεσύ να υπογράφεις
αυτός/αυτήαυτός να υπογράφει
εμείςεμείς να υπογράφουμε
εσείςεσείς να υπογράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υπογράφουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να υπογράψω
εσύεσύ να υπογράψεις
αυτός/αυτήαυτός να υπογράψει
εμείςεμείς να υπογράψουμε
εσείςεσείς να υπογράψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υπογράψουν
Usages & examples
υπογράφω κάτιΜπορείς να υπογράψεις την αίτηση εδώ;Can you sign the application here?
υπογράφω με κάποιονΗ μπάντα υπέγραψε με μεγάλη δισκογραφική.The band signed with a big record label.
υπογράφω ως + ρόλος/όνομαΣτο γράμμα υπέγραψα ως «Μαρία».In the letter I signed as “Maria.”
υπογράφω ότι/πως + πρότασηΘα υπογράψω ότι παρέλαβα τα χρήματα.I will sign that I received the money.