αντιγράφω conjugation in Greek
"αντιγράφω" is a common greek verb meaning "copy". Below are its conjugations across major tenses.
αντιγράφω
copy
Ενεστώτας
εγώεγώ αντιγράφω
εσύεσύ αντιγράφεις
αυτός/αυτήαυτός αντιγράφει
εμείςεμείς αντιγράφουμε
εσείςεσείς αντιγράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αντιγράφουν
Παρατατικός
εγώεγώ αντέγραφα
εσύεσύ αντέγραφες
αυτός/αυτήαυτός αντέγραφε
εμείςεμείς αντιγράφαμε
εσείςεσείς αντιγράφατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αντέγραφαν
Αόριστος
εγώεγώ αντέγραψα
εσύεσύ αντέγραψες
αυτός/αυτήαυτός αντέγραψε
εμείςεμείς αντιγράψαμε
εσείςεσείς αντιγράψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αντέγραψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα αντιγράφω
εσύεσύ θα αντιγράφεις
αυτός/αυτήαυτός θα αντιγράφει
εμείςεμείς θα αντιγράφουμε
εσείςεσείς θα αντιγράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αντιγράφουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα αντιγράψω
εσύεσύ θα αντιγράψεις
αυτός/αυτήαυτός θα αντιγράψει
εμείςεμείς θα αντιγράψουμε
εσείςεσείς θα αντιγράψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αντιγράψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να αντιγράφω
εσύεσύ να αντιγράφεις
αυτός/αυτήαυτός να αντιγράφει
εμείςεμείς να αντιγράφουμε
εσείςεσείς να αντιγράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αντιγράφουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να αντιγράψω
εσύεσύ να αντιγράψεις
αυτός/αυτήαυτός να αντιγράψει
εμείςεμείς να αντιγράψουμε
εσείςεσείς να αντιγράψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αντιγράψουν
Usages & examples
αντιγράφω κάτιΑντιγράφω το κείμενο σε ένα αρχείο.I copy the text into a file.
αντιγράφω στις εξετάσειςΜην αντιγράφεις στις εξετάσεις, θα σε πιάσουν.Don't cheat in exams; they'll catch you.
αντιγράφω από κάποιονΗ Μαρία αντιγράφει από τη φίλη της στο τεστ.Maria is copying from her friend in the test.
αντιγράφω κάποιονΟ μικρός αντιγράφει τον τρόπο που μιλά ο πατέρας του.The little one copies the way his dad speaks.