διαγράφω conjugation in Greek
"διαγράφω" is a common greek verb meaning "delete/remove". Below are its conjugations across major tenses.
διαγράφω
delete/remove
Ενεστώτας
εγώεγώ διαγράφω
εσύεσύ διαγράφεις
αυτός/αυτήαυτός διαγράφει
εμείςεμείς διαγράφουμε
εσείςεσείς διαγράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί διαγράφουν
Παρατατικός
εγώεγώ διέγραφα
εσύεσύ διέγραφες
αυτός/αυτήαυτός διέγραφε
εμείςεμείς διαγράφαμε
εσείςεσείς διαγράφατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διέγραφαν
Αόριστος
εγώεγώ διέγραψα
εσύεσύ διέγραψες
αυτός/αυτήαυτός διέγραψε
εμείςεμείς διαγράψαμε
εσείςεσείς διαγράψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διέγραψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα διαγράφω
εσύεσύ θα διαγράφεις
αυτός/αυτήαυτός θα διαγράφει
εμείςεμείς θα διαγράφουμε
εσείςεσείς θα διαγράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διαγράφουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα διαγράψω
εσύεσύ θα διαγράψεις
αυτός/αυτήαυτός θα διαγράψει
εμείςεμείς θα διαγράψουμε
εσείςεσείς θα διαγράψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διαγράψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να διαγράφω
εσύεσύ να διαγράφεις
αυτός/αυτήαυτός να διαγράφει
εμείςεμείς να διαγράφουμε
εσείςεσείς να διαγράφετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διαγράφουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να διαγράψω
εσύεσύ να διαγράψεις
αυτός/αυτήαυτός να διαγράψει
εμείςεμείς να διαγράψουμε
εσείςεσείς να διαγράψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διαγράψουν
Usages & examples
διαγράφω αρχείο/μήνυμαΔιέγραψα κατά λάθος όλες τις φωτογραφίες μου.I accidentally deleted all my photos.
διαγράφω χρέος/οφειλήΗ τράπεζα διέγραψε μέρος του δανείου του.The bank wrote off part of his loan.
διαγράφω κάποιον από κόμμα/σύλλογοΤο κόμμα τον διέγραψε μετά τις δηλώσεις του.The party expelled him after his statements.
διαγράφω πορεία/κύκλοΤο αεροπλάνο διαγράφει έναν μεγάλο κύκλο πάνω από την πόλη.The plane is making a big circle over the city.