φοράω conjugation in Greek
"φοράω" is a common greek verb meaning "to wear". Below are its conjugations across major tenses.
φοράω
to wear
Ενεστώτας
εγώεγώ φοράω
εσύεσύ φοράς
αυτός/αυτήαυτός φοράει
εμείςεμείς φοράμε
εσείςεσείς φοράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί φοράνε
Παρατατικός
εγώεγώ φορούσα
εσύεσύ φορούσες
αυτός/αυτήαυτός φορούσε
εμείςεμείς φορούσαμε
εσείςεσείς φορούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φορούσαν
Αόριστος
εγώεγώ φόρεσα
εσύεσύ φόρεσες
αυτός/αυτήαυτός φόρεσε
εμείςεμείς φορέσαμε
εσείςεσείς φορέσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φόρεσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα φοράω
εσύεσύ θα φοράς
αυτός/αυτήαυτός θα φοράει
εμείςεμείς θα φοράμε
εσείςεσείς θα φοράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φοράνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα φορέσω
εσύεσύ θα φορέσεις
αυτός/αυτήαυτός θα φορέσει
εμείςεμείς θα φορέσουμε
εσείςεσείς θα φορέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φορέσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να φοράω
εσύεσύ να φοράς
αυτός/αυτήαυτός να φοράει
εμείςεμείς να φοράμε
εσείςεσείς να φοράτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φοράνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να φορέσω
εσύεσύ να φορέσεις
αυτός/αυτήαυτός να φορέσει
εμείςεμείς να φορέσουμε
εσείςεσείς να φορέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φορέσουν
Usages & examples
φοράω + ρούχοΣήμερα φοράω ένα κόκκινο πουλόβερ.Today I'm wearing a red sweater.
φοράω + γυαλιά/μάσκα/κράνοςΦοράς τα γυαλιά σου όταν οδηγείς;Do you wear your glasses when you drive?
φόρα + αντικείμενο (προσταγή)Φόρα το μπουφάν σου, κάνει κρύο έξω.Put on your jacket, it's cold outside.
φοράω τα γιορτινά/καλά μου (μεταφορικό)Η πόλη φοράει τα γιορτινά της τα Χριστούγεννα.The city puts on its festive clothes at Christmas.